Εφυγε απο τη ζωή η τελευταία των μεγάλων λαικών ερμηνευτυριών ηΧαρούλα Λαμπράκη:.βιντεο


Φωτό : Σπύρος Στάβερης. η Χαρούλα Λαμπράκη: είχε δηλώσει σε συνέτευξή της «Δεν με φοβίζει ο θάνατος. Είναι κάτι δεδομένο». Είχε δηλώσει ότι για το  πόσο την..
φοβίζει ο χρόνος που περνά και «χάνει» φίλους από κοντά της, ότι «ναι, το ότι «χάνω» φίλους με φοβίζει. Το ότι θα πεθάνω, όχι. Δεν με φοβίζει ο θάνατος. Είναι κάτι δεδομένο. Δεν θέλω να πονάω και να πεθάνω, θέλω να κλείσω τα μάτια μου και να φύγω... Έζησα με αξιοπρέπεια και θέλω να πεθάνω με αξιοπρέπεια», είπε η Χαρούλα Λαμπράκη στο περιοδικό gossip  Πίστευε "ότι σήμερα δέν υπάρχουν μεγάλες φωνές;  Κι αν θα υπάρξει, θα βγει ένας και θα τον καπελώσουν, θα τον πνίξουν. Δεν του δίνουν το χώρο, αυτό που λέμε «το περιθώριο», να γίνει αυτός ο ένας, όπως συνέβαινε με εμάς παλιά. Δεν νομίζω όμως ότι υπάρχουν και τόσο μεγάλες φωνές, όπως ήταν τότε ο Αγγελόπουλος ο Γαβαλάς, ο Διονυσίου, ο Καζαντζίδης και τόσοι άλλοι σπουδαίοι».
> Οι ρεματιές βούιζαν στο χωριό από το τραγούδι μου. Βγαίναμε στα χωράφια και κουβαλάγαμε τις σταφίδες κι εγώ τραγουδούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τότε, σε αυτά τα μέρη υπήρχε εκείνη η απόλυτη ησυχία και ακουγόταν η φωνή μου χιλιόμετρα μακριά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η τρέλα μου από μικρό παιδί, το τραγούδι. > Από τότε που ήμουν πέντε έχω την εικόνα του πατέρα μου που με είχε στα γόνατά του και μου μάθαινε τα δημοτικά τραγούδια. Μου μάθαινε τα κλέφτικα, τα τραγούδια του τραπεζιού, όπως τα λέγαμε εμείς. Αργότερα, τα ηχογράφησα σε έναν δίσκο αφιερωμένο σε αυτόν. Αν και οι γονείς μου ήταν γεωργοί, άνθρωποι των κτημάτων, είχαν ανοιχτό μυαλό. Ο πατέρας μου δεν έφερε ποτέ αντίρρηση στο να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Το μόνο που μου είχε πει, θυμάμαι, ήταν να μην τον ατιμάσω. Και οι δύο μου γονείς είχαν πολύ καλή φωνή και ο αδελφός της μητέρας μου ήταν δεξιός ψάλτης στο χωριό. Έτσι, από πολύ μικρή είχα τους ψαλμούς στο αίμα μου. Ο ψαλμός, άλλωστε, είναι πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι. Οι ρίζες μου είναι δημοτικές, άσχετα αν αργότερα τραγούδησα πολλά λαϊκά και ρεμπέτικα. > Είχα μια θεία που ήταν πολύ καλή φίλη της μητέρας του Μπάμπη Μπακάλη, ενός από τους μεγαλύτερους λαϊκούς συνθέτες. Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, το 1963, ήρθα, λοιπόν, στην Αθήνα, με σκοπό να δοκιμάσω την τύχη μου στο τραγούδι και, αν δεν τα κατάφερνα, το σχέδιο ήταν να γίνω φιλόλογος. > Στην Columbia πήγα φορώντας τη σχολική μου ποδιά. Στην αρχή με άκουσε ο Μπακάλης και μετά με έστειλε στον διευθυντή της εταιρείας, τον Τάκη Λαμπρόπουλο. Για να μην τα πολυλογώ, με ενέκριναν κι έτσι υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Δυστυχώς, ήταν επταετές. Και λέω δυστυχώς, διότι μέχρι να τελειώσει αυτό το συμβόλαιο ήμουν δέσμια, χωρίς δικαιώματα και χωρίς ποσοστά. Πού να τα ξέρω αυτά εγώ, μικρό κορίτσι, όταν έβαζα την υπογραφή μου. Βέβαια, στην Columbia ήταν που είπα τις πολύ μεγάλες επιτυχίες με τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Πλέσσα, τον Πάνου και άλλους. > Κανονικά, το επώνυμό μου ήταν Λαμπροπούλου. Το έκανα Λαμπράκη μετά την παρότρυνση του Μπακάλη. Μου είχε πει: «Άλλαξέ το καλύτερα, διότι θα πας στον Λαμπρόπουλο και θα νομίζουν ότι έχεις την εύνοιά του λόγω ονόματος». > Ο Λαμπρόπουλος με έστειλε σε πολλούς συνθέτες. Ο πρώτος ήταν ο Νίκος Δαλέζιος, ο οποίος μου έδωσε το ζεϊμπέκικο «Ανάθεμά σε, βρε ζωή». Ο δεύτερος ήταν ο Απόστολος Καλδάρας, που μου έδωσε το τραγούδι «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» και με αυτό το κομμάτι βγήκα από την ανωνυμία. Ήταν τέλη του '65, αρχές του '66. Κάποια στιγμή με έστειλε και σε ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές -τότε, όλα τα καλά λαϊκά μαγαζιά ήταν εκεί-, όπου εμφανιζόταν ο Πάνος Γαβαλάς. Με ρωτάει ο Γαβαλάς «ποιο τραγούδι θες να πεις;» κι εγώ του απάντησα τα «Ξένα Χέρια». Κάπου εκεί ήταν, λοιπόν, που τελείωσε για μένα το όνειρο της καθηγήτριας Φιλολογίας. Φυσικά, ποτέ δεν έπαψε να μου αρέσει το διάβασμα. > Λίγους μήνες μετά βρέθηκα να τραγουδάω μαζί με τον Γαβαλά στην Τριάνα του Χειλά, στη λεωφόρο Συγγρού, ένα θρυλικό μαγαζί. Από κει είχαν περάσει ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, η Μαρινέλλα, η Πάνου, η Μοσχολιού. Για να σταθεί ένα μικρό κορίτσι δίπλα σε τέτοια ονόματα έπρεπε να έχει είτε μεγάλη τύχη είτε μεγάλη φωνή. Εγώ είχα και από τα δυο, όπως είχε πει ο Γαβαλάς. > Μια μέρα έρχεται ο Λαμπρόπουλος και μου λέει: «Θα πας στην οδό Αχαρνών 1 να συναντήσεις τον Τσιτσάνη, που θέλει να σε γνωρίσει». Πάω, λοιπόν, και του χτυπάω το κουδούνι πολύ κομπλαρισμένη. Μου ανοίγει και με πηγαίνει σε ένα δωματιάκι που είχε διαμορφώσει σαν στούντιο, παίρνει το μπουζούκι και μου λέει: «Πάμε ένα τραγουδάκι;». Ήταν το «Δεν ρωτώ ποια είσαι». Το είπαμε, το ξαναείπαμε και μέσα σε δέκα μέρες κυκλοφόρησε σε δισκάκι και έγινε η πιο μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Τσιτσάνης για επτά ολόκληρα χρόνια έγραφε τραγούδια πάνω στη φωνή μου. Πρέπει να έχω πει τουλάχιστον 25 τραγούδια του. > Δεν ήθελε να τον φωνάζω κύριο Τσιτσάνη αλλά Τσίλια, όπως τον έλεγαν και οι φίλοι του. Κι εμένα δεν με φώναζε ποτέ με το όνομά μου. Με έλεγε νινί. Ήταν πολύ φιλικός και αρκετά προστατευτικός, θα έλεγα. Για μένα δεν ήταν δεύτερος πατέρας, ήταν πατέρας μου, στα χέρια του μεγάλωσα. > Πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα έφυγαν, δυστυχώς, νέοι. Ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Στράτος Διονυσίου. Όταν φεύγουν από τη ζωή οι άνθρωποι που είναι πολύ κοντά σου, νιώθεις ένα τεράστιο κενό. Εγώ είχα την ατυχία να χάσω αυτούς τους όχι μόνο πολύ καλούς συνεργάτες αλλά και σπουδαίους φίλους. > Για πρώτη φορά στην Αμερική πήγα με τον Στράτο Διονυσίου, το 1969. Ξεκινήσαμε από τον Καναδά και μετά περάσαμε στη Νέα Υόρκη. Τότε συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου αρέσουν τα ταξίδια κι έτσι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία -πάντα μέσα από τη δουλειά μου-, ταξιδεύω όπου και αν με φωνάξουν. Έχω γυρίσει όλη την Αμερική, την Αυστραλία και τη μισή Ευρώπη. Έχω ταξιδέψει, βέβαια, και σε όλη την Ελλάδα. Όταν με καλούν οι τοπικοί σύλλογοι στα πανηγύρια τους, τρέχω σαν την τρελή. Μου αρέσουν πολύ γιατί βλέπω τα γλέντια που κάνουν στον κάθε τόπο κι έτσι καταλαβαίνω τη διαφορετική κουλτούρα του κάθε μέρους. Κάθε χωριό, πόλη και χώρα είναι κι ένα τραγούδι. > Αν με ρωτήσει κάποιος ποιο τραγούδι υπήρξε σταθμός στη καριέρα μου, θα δυσκολευτώ να απαντήσω, διότι όλα έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο, κάθε συνθέτης που μου εμπιστευόταν το τραγούδι του ήταν σταθμός. Παρ' όλα αυτά, νομίζω ότι το «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» του Καλδάρα υπήρξε καθοριστικό, γιατί με αυτό άρχισε να με γνωρίζει ο κόσμος. Πολλοί, επίσης, μπερδεύονται και νομίζουν ότι πρόκειται για ερωτικό τραγούδι. Θυμάμαι, όταν είχα πάει να το κάνω πρόβα, παρατήρησα στο δωμάτιο τη φωτογραφία ενός παιδιού, ενός κοριτσιού συγκεκριμένα, και δίπλα ακουμπισμένα λίγα λουλούδια και ένα καντηλάκι. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά έπειτα, όταν ο Καλδάρας άρχισε να παίζει το τραγούδι στην κιθάρα, άρχισε να κλαίει γιατί το είχε γράψει για το παιδί του που έχασε. Οι στίχοι λένε: «Αν υπάρχουνε αγάπες και στην άλλη τη ζωή, η δική μου η αγάπη θα είσαι πάλι μόνο εσύ. Μες στου Άδη τα σκοτάδια σαν ακούσεις στεναγμό, μην τρομάξεις αγαπούλα, θα είμαι εγώ να σε ζητώ». Θα έλεγα, λοιπόν, πως ναι, με έχει στιγματίσει αυτό το τραγούδι. > Όταν κάποια στιγμή σταματήσω να τραγουδάω θα έχω να λέω ότι κέρδισα πάρα πολλά από αυτήν τη δουλειά, ότι γνώρισα πολλούς ανθρώπους και πολλά μέρη. Πηγή: www.lifo.gr
Φωτό : Σπύρος Στάβερης. 
Λαϊκή τραγουδίστρια. Γεννήθηκε στο Κακόβατο, ένα ψαροχώρι στη Ζαχάρω της Ηλείας, και μένει στην Καλλιθέα. Ο Βασίλης Τσιτσάνης τη φώναζε «νινί».  
 > Οι ρεματιές βούιζαν στο χωριό από το τραγούδι μου. Βγαίναμε στα χωράφια και κουβαλάγαμε τις σταφίδες κι εγώ τραγουδούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τότε, σε αυτά τα μέρη υπήρχε εκείνη η απόλυτη ησυχία και ακουγόταν η φωνή μου χιλιόμετρα μακριά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η τρέλα μου από μικρό παιδί, το τραγούδι. 
> Από τότε που ήμουν πέντε έχω την εικόνα του πατέρα μου που με είχε στα γόνατά του και μου μάθαινε τα δημοτικά τραγούδια. Μου μάθαινε τα κλέφτικα, τα τραγούδια του τραπεζιού, όπως τα λέγαμε εμείς. Αργότερα, τα ηχογράφησα σε έναν δίσκο αφιερωμένο σε αυτόν. Αν και οι γονείς μου ήταν γεωργοί, άνθρωποι των κτημάτων, είχαν ανοιχτό μυαλό. Ο πατέρας μου δεν έφερε ποτέ αντίρρηση στο να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Το μόνο που μου είχε πει, θυμάμαι, ήταν να μην τον ατιμάσω. Και οι δύο μου γονείς είχαν πολύ καλή φωνή και ο αδελφός της μητέρας μου ήταν δεξιός ψάλτης στο χωριό. Έτσι, από πολύ μικρή είχα τους ψαλμούς στο αίμα μου. Ο ψαλμός, άλλωστε, είναι πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι. Οι ρίζες μου είναι δημοτικές, άσχετα αν αργότερα τραγούδησα πολλά λαϊκά και ρεμπέτικα. 
> Είχα μια θεία που ήταν πολύ καλή φίλη της μητέρας του Μπάμπη Μπακάλη, ενός από τους μεγαλύτερους λαϊκούς συνθέτες. Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, το 1963, ήρθα, λοιπόν, στην Αθήνα, με σκοπό να δοκιμάσω την τύχη μου στο τραγούδι και, αν δεν τα κατάφερνα, το σχέδιο ήταν να γίνω φιλόλογος. 
> Στην Columbia πήγα φορώντας τη σχολική μου ποδιά. Στην αρχή με άκουσε ο Μπακάλης και μετά με έστειλε στον διευθυντή της εταιρείας, τον Τάκη Λαμπρόπουλο. Για να μην τα πολυλογώ, με ενέκριναν κι έτσι υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Δυστυχώς, ήταν επταετές. Και λέω δυστυχώς, διότι μέχρι να τελειώσει αυτό το συμβόλαιο ήμουν δέσμια, χωρίς δικαιώματα και χωρίς ποσοστά. Πού να τα ξέρω αυτά εγώ, μικρό κορίτσι, όταν έβαζα την υπογραφή μου. Βέβαια, στην Columbia ήταν που είπα τις πολύ μεγάλες επιτυχίες με τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Πλέσσα, τον Πάνου και άλλους. > Κανονικά, το επώνυμό μου ήταν Λαμπροπούλου. Το έκανα Λαμπράκη μετά την παρότρυνση του Μπακάλη. Μου είχε πει: «Άλλαξέ το καλύτερα, διότι θα πας στον Λαμπρόπουλο και θα νομίζουν ότι έχεις την εύνοιά του λόγω ονόματος». 
> Ο Λαμπρόπουλος με έστειλε σε πολλούς συνθέτες. Ο πρώτος ήταν ο Νίκος Δαλέζιος, ο οποίος μου έδωσε το ζεϊμπέκικο «Ανάθεμά σε, βρε ζωή». Ο δεύτερος ήταν ο Απόστολος Καλδάρας, που μου έδωσε το τραγούδι «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» και με αυτό το κομμάτι βγήκα από την ανωνυμία. Ήταν τέλη του '65, αρχές του '66. Κάποια στιγμή με έστειλε και σε ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές -τότε, όλα τα καλά λαϊκά μαγαζιά ήταν εκεί-, όπου εμφανιζόταν ο Πάνος Γαβαλάς. Με ρωτάει ο Γαβαλάς «ποιο τραγούδι θες να πεις;» κι εγώ του απάντησα τα «Ξένα Χέρια». Κάπου εκεί ήταν, λοιπόν, που τελείωσε για μένα το όνειρο της καθηγήτριας Φιλολογίας. Φυσικά, ποτέ δεν έπαψε να μου αρέσει το διάβασμα. 
> Λίγους μήνες μετά βρέθηκα να τραγουδάω μαζί με τον Γαβαλά στην Τριάνα του Χειλά, στη λεωφόρο Συγγρού, ένα θρυλικό μαγαζί. Από κει είχαν περάσει ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, η Μαρινέλλα, η Πάνου, η Μοσχολιού. Για να σταθεί ένα μικρό κορίτσι δίπλα σε τέτοια ονόματα έπρεπε να έχει είτε μεγάλη τύχη είτε μεγάλη φωνή. Εγώ είχα και από τα δυο, όπως είχε πει ο Γαβαλάς.
 > Μια μέρα έρχεται ο Λαμπρόπουλος και μου λέει: «Θα πας στην οδό Αχαρνών 1 να συναντήσεις τον Τσιτσάνη, που θέλει να σε γνωρίσει». Πάω, λοιπόν, και του χτυπάω το κουδούνι πολύ κομπλαρισμένη. Μου ανοίγει και με πηγαίνει σε ένα δωματιάκι που είχε διαμορφώσει σαν στούντιο, παίρνει το μπουζούκι και μου λέει: «Πάμε ένα τραγουδάκι;». Ήταν το «Δεν ρωτώ ποια είσαι». Το είπαμε, το ξαναείπαμε και μέσα σε δέκα μέρες κυκλοφόρησε σε δισκάκι και έγινε η πιο μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Τσιτσάνης για επτά ολόκληρα χρόνια έγραφε τραγούδια πάνω στη φωνή μου. Πρέπει να έχω πει τουλάχιστον 25 τραγούδια του. 
> Δεν ήθελε να τον φωνάζω κύριο Τσιτσάνη αλλά Τσίλια, όπως τον έλεγαν και οι φίλοι του. Κι εμένα δεν με φώναζε ποτέ με το όνομά μου. Με έλεγε νινί. Ήταν πολύ φιλικός και αρκετά προστατευτικός, θα έλεγα. Για μένα δεν ήταν δεύτερος πατέρας, ήταν πατέρας μου, στα χέρια του μεγάλωσα. 
> Πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα έφυγαν, δυστυχώς, νέοι. Ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Στράτος Διονυσίου. Όταν φεύγουν από τη ζωή οι άνθρωποι που είναι πολύ κοντά σου, νιώθεις ένα τεράστιο κενό. Εγώ είχα την ατυχία να χάσω αυτούς τους όχι μόνο πολύ καλούς συνεργάτες αλλά και σπουδαίους φίλους. 
> Για πρώτη φορά στην Αμερική πήγα με τον Στράτο Διονυσίου, το 1969. Ξεκινήσαμε από τον Καναδά και μετά περάσαμε στη Νέα Υόρκη. Τότε συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου αρέσουν τα ταξίδια κι έτσι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία -πάντα μέσα από τη δουλειά μου-, ταξιδεύω όπου και αν με φωνάξουν. Έχω γυρίσει όλη την Αμερική, την Αυστραλία και τη μισή Ευρώπη. Έχω ταξιδέψει, βέβαια, και σε όλη την Ελλάδα. Όταν με καλούν οι τοπικοί σύλλογοι στα πανηγύρια τους, τρέχω σαν την τρελή. Μου αρέσουν πολύ γιατί βλέπω τα γλέντια που κάνουν στον κάθε τόπο κι έτσι καταλαβαίνω τη διαφορετική κουλτούρα του κάθε μέρους. Κάθε χωριό, πόλη και χώρα είναι κι ένα τραγούδι. 
> Αν με ρωτήσει κάποιος ποιο τραγούδι υπήρξε σταθμός στη καριέρα μου, θα δυσκολευτώ να απαντήσω, διότι όλα έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο, κάθε συνθέτης που μου εμπιστευόταν το τραγούδι του ήταν σταθμός. Παρ' όλα αυτά, νομίζω ότι το «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» του Καλδάρα υπήρξε καθοριστικό, γιατί με αυτό άρχισε να με γνωρίζει ο κόσμος. Πολλοί, επίσης, μπερδεύονται και νομίζουν ότι πρόκειται για ερωτικό τραγούδι. Θυμάμαι, όταν είχα πάει να το κάνω πρόβα, παρατήρησα στο δωμάτιο τη φωτογραφία ενός παιδιού, ενός κοριτσιού συγκεκριμένα, και δίπλα ακουμπισμένα λίγα λουλούδια και ένα καντηλάκι. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά έπειτα, όταν ο Καλδάρας άρχισε να παίζει το τραγούδι στην κιθάρα, άρχισε να κλαίει γιατί το είχε γράψει για το παιδί του που έχασε. Οι στίχοι λένε: «Αν υπάρχουνε αγάπες και στην άλλη τη ζωή, η δική μου η αγάπη θα είσαι πάλι μόνο εσύ. Μες στου Άδη τα σκοτάδια σαν ακούσεις στεναγμό, μην τρομάξεις αγαπούλα, θα είμαι εγώ να σε ζητώ». Θα έλεγα, λοιπόν, πως ναι, με έχει στιγματίσει αυτό το τραγούδι. 
> Όταν κάποια στιγμή σταματήσω να τραγουδάω θα έχω να λέω ότι κέρδισα πάρα πολλά από αυτήν τη δουλειά, ότι γνώρισα πολλούς ανθρώπους και πολλά μέρη. 


> Οι ρεματιές βούιζαν στο χωριό από το τραγούδι μου. Βγαίναμε στα χωράφια και κουβαλάγαμε τις σταφίδες κι εγώ τραγουδούσα από το πρωί μέχρι το βράδυ. Τότε, σε αυτά τα μέρη υπήρχε εκείνη η απόλυτη ησυχία και ακουγόταν η φωνή μου χιλιόμετρα μακριά. Αυτή, λοιπόν, ήταν η τρέλα μου από μικρό παιδί, το τραγούδι. > Από τότε που ήμουν πέντε έχω την εικόνα του πατέρα μου που με είχε στα γόνατά του και μου μάθαινε τα δημοτικά τραγούδια. Μου μάθαινε τα κλέφτικα, τα τραγούδια του τραπεζιού, όπως τα λέγαμε εμείς. Αργότερα, τα ηχογράφησα σε έναν δίσκο αφιερωμένο σε αυτόν. Αν και οι γονείς μου ήταν γεωργοί, άνθρωποι των κτημάτων, είχαν ανοιχτό μυαλό. Ο πατέρας μου δεν έφερε ποτέ αντίρρηση στο να ακολουθήσω αυτό το επάγγελμα. Το μόνο που μου είχε πει, θυμάμαι, ήταν να μην τον ατιμάσω. Και οι δύο μου γονείς είχαν πολύ καλή φωνή και ο αδελφός της μητέρας μου ήταν δεξιός ψάλτης στο χωριό. Έτσι, από πολύ μικρή είχα τους ψαλμούς στο αίμα μου. Ο ψαλμός, άλλωστε, είναι πολύ κοντά στο δημοτικό τραγούδι. Οι ρίζες μου είναι δημοτικές, άσχετα αν αργότερα τραγούδησα πολλά λαϊκά και ρεμπέτικα. > Είχα μια θεία που ήταν πολύ καλή φίλη της μητέρας του Μπάμπη Μπακάλη, ενός από τους μεγαλύτερους λαϊκούς συνθέτες. Στην τελευταία τάξη του γυμνασίου, το 1963, ήρθα, λοιπόν, στην Αθήνα, με σκοπό να δοκιμάσω την τύχη μου στο τραγούδι και, αν δεν τα κατάφερνα, το σχέδιο ήταν να γίνω φιλόλογος. > Στην Columbia πήγα φορώντας τη σχολική μου ποδιά. Στην αρχή με άκουσε ο Μπακάλης και μετά με έστειλε στον διευθυντή της εταιρείας, τον Τάκη Λαμπρόπουλο. Για να μην τα πολυλογώ, με ενέκριναν κι έτσι υπέγραψα το πρώτο μου συμβόλαιο. Δυστυχώς, ήταν επταετές. Και λέω δυστυχώς, διότι μέχρι να τελειώσει αυτό το συμβόλαιο ήμουν δέσμια, χωρίς δικαιώματα και χωρίς ποσοστά. Πού να τα ξέρω αυτά εγώ, μικρό κορίτσι, όταν έβαζα την υπογραφή μου. Βέβαια, στην Columbia ήταν που είπα τις πολύ μεγάλες επιτυχίες με τον Τσιτσάνη, τον Χιώτη, τον Πλέσσα, τον Πάνου και άλλους. > Κανονικά, το επώνυμό μου ήταν Λαμπροπούλου. Το έκανα Λαμπράκη μετά την παρότρυνση του Μπακάλη. Μου είχε πει: «Άλλαξέ το καλύτερα, διότι θα πας στον Λαμπρόπουλο και θα νομίζουν ότι έχεις την εύνοιά του λόγω ονόματος». > Ο Λαμπρόπουλος με έστειλε σε πολλούς συνθέτες. Ο πρώτος ήταν ο Νίκος Δαλέζιος, ο οποίος μου έδωσε το ζεϊμπέκικο «Ανάθεμά σε, βρε ζωή». Ο δεύτερος ήταν ο Απόστολος Καλδάρας, που μου έδωσε το τραγούδι «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» και με αυτό το κομμάτι βγήκα από την ανωνυμία. Ήταν τέλη του '65, αρχές του '66. Κάποια στιγμή με έστειλε και σε ένα μαγαζί στις Τζιτζιφιές -τότε, όλα τα καλά λαϊκά μαγαζιά ήταν εκεί-, όπου εμφανιζόταν ο Πάνος Γαβαλάς. Με ρωτάει ο Γαβαλάς «ποιο τραγούδι θες να πεις;» κι εγώ του απάντησα τα «Ξένα Χέρια». Κάπου εκεί ήταν, λοιπόν, που τελείωσε για μένα το όνειρο της καθηγήτριας Φιλολογίας. Φυσικά, ποτέ δεν έπαψε να μου αρέσει το διάβασμα. > Λίγους μήνες μετά βρέθηκα να τραγουδάω μαζί με τον Γαβαλά στην Τριάνα του Χειλά, στη λεωφόρο Συγγρού, ένα θρυλικό μαγαζί. Από κει είχαν περάσει ο Καζαντζίδης, ο Μπιθικώτσης, η Μαρινέλλα, η Πάνου, η Μοσχολιού. Για να σταθεί ένα μικρό κορίτσι δίπλα σε τέτοια ονόματα έπρεπε να έχει είτε μεγάλη τύχη είτε μεγάλη φωνή. Εγώ είχα και από τα δυο, όπως είχε πει ο Γαβαλάς. > Μια μέρα έρχεται ο Λαμπρόπουλος και μου λέει: «Θα πας στην οδό Αχαρνών 1 να συναντήσεις τον Τσιτσάνη, που θέλει να σε γνωρίσει». Πάω, λοιπόν, και του χτυπάω το κουδούνι πολύ κομπλαρισμένη. Μου ανοίγει και με πηγαίνει σε ένα δωματιάκι που είχε διαμορφώσει σαν στούντιο, παίρνει το μπουζούκι και μου λέει: «Πάμε ένα τραγουδάκι;». Ήταν το «Δεν ρωτώ ποια είσαι». Το είπαμε, το ξαναείπαμε και μέσα σε δέκα μέρες κυκλοφόρησε σε δισκάκι και έγινε η πιο μεγάλη επιτυχία. Από τότε ο Τσιτσάνης για επτά ολόκληρα χρόνια έγραφε τραγούδια πάνω στη φωνή μου. Πρέπει να έχω πει τουλάχιστον 25 τραγούδια του. > Δεν ήθελε να τον φωνάζω κύριο Τσιτσάνη αλλά Τσίλια, όπως τον έλεγαν και οι φίλοι του. Κι εμένα δεν με φώναζε ποτέ με το όνομά μου. Με έλεγε νινί. Ήταν πολύ φιλικός και αρκετά προστατευτικός, θα έλεγα. Για μένα δεν ήταν δεύτερος πατέρας, ήταν πατέρας μου, στα χέρια του μεγάλωσα. > Πολλοί από τους ανθρώπους με τους οποίους συνεργάστηκα έφυγαν, δυστυχώς, νέοι. Ο Μανώλης Χιώτης, ο Πάνος Γαβαλάς, ο Μανώλης Αγγελόπουλος, ο Βασίλης Τσιτσάνης και ο Στράτος Διονυσίου. Όταν φεύγουν από τη ζωή οι άνθρωποι που είναι πολύ κοντά σου, νιώθεις ένα τεράστιο κενό. Εγώ είχα την ατυχία να χάσω αυτούς τους όχι μόνο πολύ καλούς συνεργάτες αλλά και σπουδαίους φίλους. > Για πρώτη φορά στην Αμερική πήγα με τον Στράτο Διονυσίου, το 1969. Ξεκινήσαμε από τον Καναδά και μετά περάσαμε στη Νέα Υόρκη. Τότε συνειδητοποίησα πόσο πολύ μου αρέσουν τα ταξίδια κι έτσι, όποτε μου δίνεται η ευκαιρία -πάντα μέσα από τη δουλειά μου-, ταξιδεύω όπου και αν με φωνάξουν. Έχω γυρίσει όλη την Αμερική, την Αυστραλία και τη μισή Ευρώπη. Έχω ταξιδέψει, βέβαια, και σε όλη την Ελλάδα. Όταν με καλούν οι τοπικοί σύλλογοι στα πανηγύρια τους, τρέχω σαν την τρελή. Μου αρέσουν πολύ γιατί βλέπω τα γλέντια που κάνουν στον κάθε τόπο κι έτσι καταλαβαίνω τη διαφορετική κουλτούρα του κάθε μέρους. Κάθε χωριό, πόλη και χώρα είναι κι ένα τραγούδι. > Αν με ρωτήσει κάποιος ποιο τραγούδι υπήρξε σταθμός στη καριέρα μου, θα δυσκολευτώ να απαντήσω, διότι όλα έπαιξαν εξίσου σημαντικό ρόλο, κάθε συνθέτης που μου εμπιστευόταν το τραγούδι του ήταν σταθμός. Παρ' όλα αυτά, νομίζω ότι το «Στου κάτω κόσμου τα σκαλιά» του Καλδάρα υπήρξε καθοριστικό, γιατί με αυτό άρχισε να με γνωρίζει ο κόσμος. Πολλοί, επίσης, μπερδεύονται και νομίζουν ότι πρόκειται για ερωτικό τραγούδι. Θυμάμαι, όταν είχα πάει να το κάνω πρόβα, παρατήρησα στο δωμάτιο τη φωτογραφία ενός παιδιού, ενός κοριτσιού συγκεκριμένα, και δίπλα ακουμπισμένα λίγα λουλούδια και ένα καντηλάκι. Στην αρχή δεν έδωσα σημασία, αλλά έπειτα, όταν ο Καλδάρας άρχισε να παίζει το τραγούδι στην κιθάρα, άρχισε να κλαίει γιατί το είχε γράψει για το παιδί του που έχασε. Οι στίχοι λένε: «Αν υπάρχουνε αγάπες και στην άλλη τη ζωή, η δική μου η αγάπη θα είσαι πάλι μόνο εσύ. Μες στου Άδη τα σκοτάδια σαν ακούσεις στεναγμό, μην τρομάξεις αγαπούλα, θα είμαι εγώ να σε ζητώ». Θα έλεγα, λοιπόν, πως ναι, με έχει στιγματίσει αυτό το τραγούδι. > Όταν κάποια στιγμή σταματήσω να τραγουδάω θα έχω να λέω ότι κέρδισα πάρα πολλά από αυτήν τη δουλειά, ότι γνώρισα πολλούς ανθρώπους και πολλά μέρη. Πηγή: www.lifo.gr




http://kraxtis-gr.blogspot.gr/