Ο χρόνος σταμάτησε τον Ιούλιο του 1974»


..

«Ο χρόνος σταμάτησε τον Ιούλιο του 1974»

ΣΤΑΥΡΟΣ ΤΖΙΜΑΣ
Ο χρόνος σταμάτησε τον Ιούλιο του 1974 για την Ελληνοκύπρια Χαρίτα Μάντολες, η οποία υπήρξε αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του συζύγου της, του πατέρα της και έντεκα ακόμη συγγενών της.
ΕΤΙΚΕΤΕΣ:
Από πού ν’ αρχίσεις και πού να τελειώσεις όταν πρέπει να μαζέψεις σε λίγες λέξεις, την ιστορία μιας γυναίκας θρύλου για ένα ολόκληρο λαό, όπως σου την αφηγήθηκε η ίδια σε μια συζήτηση ποταμό, η οποία παρακαλούσες να μην τελειώσει ποτέ; Από την περιγραφή της εν ψυχρώ εκτέλεσης μπροστά στα μάτια της, του συζύγου και άλλων δώδεκα συγγενών της από τα κατοχικά στρατεύματα; Την τολμηρή επίσκεψή της στα Κατεχόμενα για να συναντήσει μια άλλη χαροκαμένη γυναίκα, Τουρκοκύπρια, της οποίας οι Ελληνοκύπριοι δολοφόνησαν εν ψυχρώ τον άντρα και τα τέσσερα παιδιά της; Το τηλεφώνημα στον Ραούφ Ντεκτάς για να τον ρωτήσει «τι έκαμες τους δικούς μου ανθρώπους;»; Το ότι έσκαβε με τα νύχια της στον ομαδικό τάφο για να βρει τα «κόκαλα του Αντρίκου» ή τους αγώνες σαράντα χρόνων για την τύχη των αγνοουμένων;
Απέναντί μου μια μαυροφορεμένη γυναίκα, η Χαρίτα Μάντολες. «Ετών;» την ρωτάω. «Είκοσι εφτά», λέει. Στην πραγματικότητα έχει πατήσει τα 68, αλλά για εκείνη ο χρόνος σταμάτησε, τον Ιούλιο του 1974, στο χωριό Ελιά κοντά στην Κυρήνεια, όταν με την εισβολή κατέστη αυτόπτης μάρτυρας της δολοφονίας του συζύγου και δώδεκα συγγενών της, ανάμεσά τους και ο πατέρας της. Τους είδε να πέφτουν νεκροί σαν «στάχυα» κάτω από μια ελιά και επειδή δεν της επέτρεψαν να τους ακουμπήσει για να διαπιστώσει η ίδια ότι «δεν είχαν σφυγμό», έζησε 30 χρόνια με την κρυφή ελπίδα ότι ίσως να είναι ζωντανοί και δεν έπαψε έκτοτε να αγωνίζεται, πάντα στην πρώτη γραμμή, να μάθει για την τύχη τους, όπως και για τους υπόλοιπους αγνοούμενους.
Η Χαρίτα Μάντολες είναι ένα μυθικό πρόσωπο σήμερα στην Κύπρο, την ξέρουν και τη σέβονται όλοι, ηγέτες και απλοί άνθρωποι, είναι η φωνή της συνείδησης ενός ολόκληρου λαού, έγινε βιβλίο, και μολονότι κήδεψε με όλες τις τιμές τον Αντρίκο της, δεν λέει να τα παραιτήσει. Δηλώνει πως δεν θα σταματήσει να αγωνίζεται μέχρις ότου επιστρέψει στο σπίτι της στην Ελιά, σε μια Κύπρο ενωμένη, ελεύθερη, όπως πριν εκείνη την αποφράδα ημέρα του Ιουλίου του ΄74. «Μόνο τότε θα αρχίσω να μεγαλώνω, να γεράζω, να καταρρέω…», λέει.
«Οι Τούρκοι μας περικύκλωσαν με τα όπλα πυροβολώντας στον αέρα, εμείς γονατίσαμε κάτω από μια ελιά, και παρακαλούσαμε τον Αρχάγγελο Μιχαήλ, ένα εκκλησάκι εγκαταλειμμένο εκεί κοντά στο χωριό, να μας γλιτώσει. Αρχισαν να πυροβολούν τους άντρες και προτού δεχθεί τις σφαίρες ο Αντρίκος, μου λέει πέσε κάτω και κάνε την πεθαμένη. Ήταν τα τελευταία του λόγια. Όταν κατέρρευσε από τις σφαίρες ο ίδιος, κρατούσε στην αγκαλιά του το μικρό παιδί μας, το οποίο εξακολουθούσε να τον σφίγγει στο λαιμό. Τότε ένας Τούρκος στρατιώτης το άρπαξε και το πέταξε σ’ ένα θάμνο για να μη το σκοτώσουν οι άλλοι και έτσι το παιδί γλίτωσε. Είπα μέσα μου ότι ήταν ο Αρχάγγελος Μιχαήλ, που μεταμφιέστηκε σε Τούρκο και γλίτωσε το παιδί μου. Προσπάθησα να πλησιάσω σερνόμενη τον Αντρίκο που ήταν πεσμένος μέσα στα αίματα για να δω αν είχε σφυγμό ή ήταν νεκρός, να το πάρω απόφαση, αλλά με κλότσησαν οι στρατιώτες και με έσυραν μακριά».
Με μύριους κινδύνους η Χαρίτα Μάντολες κατάφερε μαζί με τα δύο μικρά παιδιά της να περάσουν στην ελεύθερη Κύπρο, όπου έπρεπε να επιβιώσει και συνάμα να μάθει για την τύχη του Αντρίκου και των άλλων συγγενών της. «Κατά 99,5% πίστευα ότι ήταν νεκρός. Έδινα όμως 0,5% πιθανότητες να είχε τραυματιστεί και να ήταν ζωντανός αλλά αγνοούμενος». Αυτή η ελπίδα την έφερε καθημερινά στους δρόμους να διαδηλώνει μαζί με χιλιάδες άλλες γυναίκες, να τρέχει στα ραδιόφωνα, τις εφημερίδες, τις ξένες τηλεοράσεις, με αίτημα να διαλευκανθεί η υπόθεση των αγνοουμένων.
Στεκόταν με τις ώρες κρατώντας μια φωτογραφία του συζύγου της στα χέρια, στη διάβαση του Λήδρα Πάλλας στη Λευκωσία, καθώς περίμενε να φανούν τα λεωφορεία με τους ανταλλαγμένους αιχμαλώτους για να ρωτήσει «μήπως είδατε αυτόν τον άνθρωπο, τον Αντρίκο μου;».
Μια μέρα τηλεφώνησε στη Λευκωσία, στον ίδιο τον Ντεκτάς. «Ήθελα να τον ρωτήσω τι έκαμε τον άντρα μου και τους άλλους συγγενείς μου. Βγήκε ο γιος του στο τηλέφωνο, που ήξερε ελληνικά και κου είπε να τηλεφωνήσω το απόγευμα γιατί ήταν απασχολημένος. Κάλεσα ξανά, αλλά δεν απάντησε…». Η κρυφή ελπίδα της Χαρίτας Μάντολες θα σβήσει το 2004 όταν της τηλεφώνησαν να πάει στην Ελιά για να υποδείξει το σημείο όπου είχαν δολοφονηθεί οι συγγενείς της και η επιτροπή της διεθνούς κοινότητας είχε πληροφορίες για την ύπαρξη ομαδικού τάφου. «Εκαμα πέτρα την καρδιά και πήγα. Τους υπέδειξα το σημείο, πήγα και στο σπίτι μου όπου βρήκα ένα ζευγάρι εποίκων. Μου είπαν ότι το είχαν νοικιάσει από τον Ντεκτάς...». Προτού επιστρέψει η Χαρίτα κατευθύνθηκε στο χωριό με τις «μαύρες χήρες», το Βουνό της Κυρήνειας, όπου οι Τουρκοκύπριοι είχαν συγκεντρώσει τις οικογένειες των δικών τους αγνοουμένων -υπολογίζεται ότι ανέρχονται σε πεντακόσιους- από τις συγκρούσεις στις διακοινοτικές διαμάχες πριν από την εισβολή. «Πήγα να δω την Σουλτάνα τη γυναίκα που της σκότωσαν τα τέσσερα της παιδιά και τον σύζυγό της το 1974 με το πραξικόπημα. Άνθρωπος είναι και αυτή, τη λυπήθηκα πραγματικά και την ένοιωσα πάρα πολύ. Τι να της πεις; Ο πόνος της μάνας είναι ίδιος παντού. Της συνέστησα κουράγιο και υπομονή. Εγώ γύρευα τον άντρα μου, εμένα ο Τούρκος πήρε το παιδί μου το πέταξε στους θάμνους και το γλίτωσε, εκείνης της τα πήραν από την αγκαλιά και τα σκότωσαν. Έχω συγκλονιστεί. Η Σουλτάνα είναι σήμερα χωρίς άντρα και παιδιά. Φοβερό».
Η Χαρίτα ξαναγύρισε στην Ελιά για να βοηθήσει στην εκταφή. «Έσκαβε η μπουλντόζα και εγώ έψαχνα με τα χέρια στα χώματα για να βρω κανένα κοκαλάκι του Αντρίκου…», λέει. Μαζί της, τούτη τη φορά, που ήταν και η τελευταία, είχε και δυο κυπαρίσσια, τα οποία φύτεψε στον τόπο της δολοφονίας, αλλά οι Τούρκοι τα ξερίζωσαν αμέσως μετά και τα πέταξαν.
Ο επίλογος σ’ αυτό το συνταρακτικό «ταξίδι» της Χαρίτας Μάντολες θα γραφτεί το 2008 όταν ο έλεγχος DNA έσβησε από τον κατάλογο των αγνοουμένων τον Αντρίκο και τους άλλους συγγενείς τους, αλλά μόνο ως προς το ένα σκέλος του. Γιατί η Χαρίτα συνεχίζει τον αγώνα της για μια ενιαία και ελεύθερη Κύπρο, στην οποία θα ζουν αρμονικά οι Ελληνοκύπριοι και οι Τουρκοκύπριοι. Στον πλαίσιο αυτού του αγώνα συμμετείχε χθες το βράδυ στη Θεσσαλονίκη, στην παρουσίαση του βιβλίου για τη ζωή της με τίτλο «ως αληθώς», που συνέγραψε η Ευρυδίκη Περικλέους-Παπαδοπούλου, και καθήλωσε με τη μαρτυρία της το κοινό. 
ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ