Οι δυο ψυχές του ΠΑΣΟΚ - Του Γιώργου Σιακαντάρη


Τρίτη 10 Ιανουαρίου 2012
Υπάρχει ένα ανεκδοτολογικό γεγονός που αποδίδεται στον Χέγκελ. Οταν ανέφεραν κάποτε σ' αυτόν τον μεγάλο φιλόσοφο πως τα γεγονότα δεν ανταποκρίνονται στις θεωρίες του, αυτός τους απάντησε «τότε τα πράγματα είναι πάρα πολύ άσχημα για τα γεγονότα». Τίποτα δεν θα μπορούσε να αποδώσει καλύτερα την.. κατάσταση που επικρατεί σήμερα στο ΠΑΣΟΚ απ' αυτή τη φράση.
Ενώ τα γεγονότα δείχνουν πως στο ΠΑΣΟΚ έπρεπε να είχε ανοίξει μια συζήτηση για την ιστορική του πορεία και διαδρομή, για τον χαρακτήρα και τη φυσιογνωμία και για την ανάγκη αναδιάταξής του, ο όποιος «διάλογος» εξαντλείται σε απίστευτες κοινοτοπίες για την Κεντροαριστερά ή ακόμη χειρότερα περιορίζεται σε θέματα διαδικαστικού χαρακτήρα. Με τον υπερτονισμό της σημασίας των διαδικασιών αποκρύβεται μια διαδικασία απολιτικοποίησης του πολιτικού, η οποία χαρακτηρίζει το ΠΑΣΟΚ τα τελευταία οκτώ χρόνια.
Ο διάλογος για την Κεντροαριστερά αναλώνεται σε γενικόλογες αρχές για το κόμμα των μη προνομιούχων, των μισθωτών, των μικρομεσαίων κ.λπ. και αποφεύγεται οποιαδήποτε αναφορά στα αίτια της σημερινής φθοράς του, αν εξαιρέσουμε τις απολίτικες αναφορές του τύπου «ξεχάσαμε τους φτωχούς και τους αδύναμους», «γίναμε κόμμα των μηχανισμών και των κολλητών». Μιλάω για απολίτικη αντίληψη γιατί όλα αυτά αποκρύπτουν την ουσία, η οποία αφορά τους λόγους που μετέτρεψαν ένα κόμμα με ισχυρές κοινωνικές βάσεις και αναφορές σ' έναν ασπόνδυλο και χωρίς ιδεολογία μηχανισμό.
Είναι αποδεκτό σχεδόν απ' όλους πως το ΠΑΣΟΚ κυριάρχησε στην ελληνική πολιτική σκηνή γιατί κατόρθωσε διαχρονικά να λειτουργεί ως πολυσυλλεκτικό κόμμα, το οποίο συνδύαζε δυο ψυχές, μια εκσυγχρονιστική - μεταρρυθμιστική και μια λαϊκίστικη - κρατικίστικη. Αυτό σίγουρα διευκόλυνε αρχικά την ενσωμάτωση στους θεσμούς των περιθωριοποιημένων πολιτικά και ασθενέστερων κοινωνικά και οικονομικά στρωμάτων. Οι δυο ψυχές του ΠΑΣΟΚ όμως πατούσαν σε δυο διαφορετικές βάρκες, σε καιρούς που δεν υπήρχαν πολλά διεθνή μποφόρ. Από την ώρα όμως (2008) που άρχισε να φυσάει πολύ, έπρεπε και οι δυο ψυχές να βολευτούν σε μία βάρκα. Για άλλους, όπως εγώ, αυτή έπρεπε να είναι η βάρκα της μεταρρύθμισης και για πολλούς άλλους έπρεπε να είναι αυτή της υπεράσπισης των ασθενέστερων στρωμάτων μέσω των επιδοματικών και των κρατικίστικων πολιτικών.

Το ΠΑΣΟΚ, αντιθέτως απ' όσα πολλοί υποστηρίζουν, στη διετή του διακυβέρνηση δεν έκανε τίποτε από τα δύο. Αρκέστηκε σε απολίτικες μεγαλοστομίες του τύπου «σώσαμε τη χώρα», «εγγυώμαι την πρόοδο», «μέλημά μας η προστασία των ασθενέστερων». Την ίδια στιγμή που το κρατικίστικο μοντέλο οικονομίας παρέμενε ανέπαφο, κυριαρχούσαν οι οριζόντιες περικοπές μισθών και συντάξεων, οι οποίες έθιγαν πρωτίστως αυτούς που δήθεν ήθελε το κόμμα να υπερασπίσει. Περικοπές που άφηναν στο απυρόβλητο ευρύτερα στρώματα των παρασιτικών ελεύθερων επαγγελματιών και τις δυνάμεις της δημόσιας συντεχνιακής αδράνειας. Ετσι το κόμμα υπέστη ένα διπλό κόστος. Από τη μια έχανε δυνάμεις στον χώρο των συντεχνιών, επειδή δήθεν συμφωνούσε με την ατζέντα της τρόικας, χωρίς όμως και να την εφαρμόζει, και από την άλλη φαινόταν αφερέγγυο στα μάτια των ευρωπαίων εταίρων, επειδή ενώ έλεγε πως εφαρμόζει μεταρρυθμίσεις, στην ουσία έκανε πίσω κάθε φορά που η όποια συντεχνία (ταξιτζήδες, φορτηγατζήδες, δικηγόροι, γιατροί, φαρμακοποιοί) πρόβαλλε αντίσταση.
Ολα αυτά όμως έχουν την αιτία τους σε μια πολιτική μήτρα, την οποία το κόμμα δεν υπερέβη ούτε ακόμη κατά την οκταετία Σημίτη. Το όλον ΠΑΣΟΚ εμφανιζόταν πάντα ως το κόμμα-υπερασπιστής των αδυνάμων. Ισως εδώ έγκειται και ο φόβος πολλών στον διάλογο για την Κεντροαριστερά να μιλήσουν για το διά ταύτα. Αυτό δεν είναι άλλο από το ότι αυτό το κόμμα έπρεπε από καιρό να είχε μετατραπεί σε σύγχρονο σοσιαλδημοκρατικό κόμμα. Αυτό σημαίνει πως έπρεπε να μην παρουσιάζεται ως εκπρόσωπος της ανίσχυρης και κρατικίστικης κοινωνίας, αλλά να είναι ο εκπρόσωπος της παραγωγικής Ελλάδας του ιδιωτικού και του δημόσιου τομέα.
Οσοι ακόμη και σήμερα νοσταλγούν ένα ΠΑΣΟΚ υπερασπιστή των αδυνάτων, δεν κατανοούν πως όταν κανείς υπερασπίζει την αδύναμη και όχι την παραγωγική κοινωνία, το μόνο που κάνει είναι να παράγει περισσότερους και περισσότερο αδύναμους. Δεν κατανοούν πως αν θέλεις να έχεις λιγότερους αδύναμους, χρειάζεται να στηρίζεις τα παραγωγικά στρώματα. Η ευρωπαϊκή σοσιαλδημοκρατία δημιούργησε αρχικά τις προϋποθέσεις για την ενίσχυση της κοινωνίας των παραγωγών. Ταυτόχρονα, με σταθερή και δεδομένη από τα πριν φορολόγηση, ενίσχυσε τα αδύναμα κοινωνικά στρώματα.
Πιστεύω πως το Πολιτικό Συμβούλιο το Σάββατο, αφού προχωρήσει σε αποφάσεις που θα επιταχύνουν την εκλογή προέδρου και υποψήφιου πρωθυπουργού από τη βάση, θα πρέπει να ανοίξει την ατζέντα για το πώς το κίνημα θα γίνει ο εκφραστής της παραγωγικής κοινωνίας. Αν δεν το κάνει το ίδιο, θα το κάνει η κοινωνία από μόνη της.
Ο Γιώργος Σιακαντάρης είναι διδάκτωρ Κοινωνιολογίας.ΝΕΑ