Απογοήτευση, οργή και απαισιοδοξία...


Σάββατο 19 Ιουνίου 2010
Η κυβέρνηση ανέλαβε να βγάλει τη χώρα από την κρίση και υποσχέθηκε ανατροπές. Ο λαός την υπερψήφισε γιατί εξέλαβε τις ανατροπές ως μεταρρυθμίσεις.... δηλαδή αλλαγές προς το καλύτερο της χώρας και του λαού, με τη σειρά που γράφονται, αν και ο ατομικισμός του Νεοέλληνα αμφισβητεί τη σειρά αυτή. Ας δεχθούμε όμως ότι αυτή ήταν η προτεραιότητα της κυβέρνησης, κι έτσι έπρεπε να είναι, και ότι υπήρξε κάποιος αρχικός προγραμματισμός στην κατεύθυνση αυτή. Στη συνέχεια όμως οι κυβερνώντες απέδειξαν, αρκετές φορές, ότι δεν μπορούν.

Δεν μπορούν να υλοποιήσουν τις προεκλογικές υποσχέσεις, δεν μπορούν να δανειστούν από τις αγορές κλπ. Ομολόγησαν δημόσια και αποδέχτηκαν τις κατηγορίες μερίδας του διεθνούς τύπου για τον αργόσχολο, σπάταλο, αναξιόπιστο και διεφθαρμένο Έλληνα, υπερθεματίζοντας και οι ίδιοι (και αλήθεια να είναι τη λες όταν πρόκειται για το σπίτι σου;) έθεσαν τη χώρα υπό την κηδεμονία της τρόικας, περιέκοψαν αποδοχές και κοινωνικά επιδόματα των μικρομεσαίων και των φτωχών, επιρρίπτοντας τις ευθύνες στους προκατόχους τους (όχι πάντοτε άδικα αλλά και ούτε πάντοτε δίκαια, αφού εντός των προκατόχων συμπεριλαμβάνονται και κάποιοι σημερινοί κυβερνώντες) και επισείοντας προς την κοινωνία την ανάγκη λήψης επώδυνων μέτρων προ μιας επαπειλούμενης πτώχευσης της χώρας.

Όλα τα προηγούμενα είναι. Ωστόσο, η επανάληψη σκοπεύει στην υπενθύμιση της γλώσσας που επέλεξε η κυβέρνηση για να επικοινωνήσει με την κοινωνία για τα ζητήματα αυτά, η οποία δεν είναι παρά η ξύλινη γλώσσα της δεκαετίας του ΄80 με τις παραλλαγές που απαιτεί η σύγχρονη εποχή της παγκόσμιας αγοράς και των νέων τεχνολογιών.

Μεταξύ πολλών άλλων έχουν ακουσθεί και τα εξής: «Λεφτά υπάρχουν» με την ύστερη επεξήγηση «μπορούν να βρεθούν» (Με την εξαθλίωση της μεσαίας τάξης;) «Θα ματώσουμε» (Με το δικό μας αίμα ή θα βάψουμε τα χέρια μας στο αίμα του λαού έστω και μεταφορικά;), «Διαβούλευση» (Σε ποιο επίσημο επίπεδο άραγε;), «Πιστόλι πάνω στο τραπέζι» (για άμυνα, επίθεση ή αυτοκτονία;), «Η Οδύσσεια» (Θα φτάσει στην Ιθάκη μόνον η κυβέρνηση, όπως επέστρεψε ο Οδυσσέας στην Πημελόπη χωρίς τους συντρόφους του;)

Βλέπετε η ξύλινη γλώσσα, ανεξαρτήτως καλών προθέσεων, επιδέχεται και δεύτερη ανάγνωση.  Αυτή τη δεύτερη ανάγνωση φαίνεται ότι παρέλειψαν κάποιοι υπουργοί κατά την υπογραφή του Μνημονίου με την τρόικα και σήμερα εμφανίζουν τα αντιλαϊκά μέτρα που θεσμοθετούν, ως αναγκαίο μονόδρομο, μετά πόνου ψυχής μάλιστα (!), ενώ δεν ήταν παρά μια ξεκάθαρη δική τους επιλογή. Αν η επιλογή αυτή έγινε μετά λόγου γνώσεως ή όχι είναι άλλο ζήτημα που ωστόσο ακόμη και αν συγχωρεί τα ανθρώπινα λάθη δεν τους απαλλάσσει από τις πολιτικές ευθύνες.

Στην επικαιρότητα βρίσκεται η ανατροπή των εργασιακών σχέσεων και ίσως πρέπει να αναρωτηθεί κανείς, μήπως υπάρχει κάτι βαθύτερο κάτω από τον κατώτατο μισθό των 600 ευρώ, το χρόνο προειδοποίησης και το ύψος αποζημίωσης για τις απολύσεις και τις υπόλοιπες εργασιακές ρυθμίσεις που προωθεί η κυβέρνηση με αιχμή του δόρατος το Υπουργείο Εργασίας. Οι ρυθμίσεις που προωθούνται ανατρέπουν τη φιλοσοφία περί εργασίας στη χώρα μας και από τη λογική της προστασίας ενός δικαιώματος του αδύνατου εργαζόμενου κινούνται προς την απελευθέρωση της ασυδοσίας ιδιαίτερα του μεγάλου και  ισχυρού εργοδότη, χάριν της ενίσχυσης του ανταγωνισμού. Έτσι εκτός από την ανατροπή του εργατικού δικαίου, όπως αυτό ίσχυσε κατά τη μεταπολίτευση που, παρά τις τυχόν υπερβολές στην προστασία των εργαζομένων οι οποίες όντως εμπόδισαν την ανταγωνιστική ανάπτυξη, προστάτευσε την εργασιακή ειρήνη και διατήρησε την κοινωνική συνοχή.

Ο υπουργός Εργασίας και η κυβέρνηση προσπαθούν να μας πείσουν για την ανάγκη του ανταγωνισμού χάριν της ανάπτυξης με τις γνωστές φιοριτούρες. Κανείς δεν αμφισβητεί την αξία της καινοτόμου δημιουργίας και της ανταγωνιστικής παραγωγής για την ανάπτυξη και το μέλλον μιας χώρας. Ωστόσο αυτή μπορεί να επισυμβεί και εντός μιας πολιτισμένης δημοκρατίας, χωρίς τα ξενόφερτα αμερικανικού τύπου μοντέλα που προτείνει η κυβέρνηση, εξαθλιώνοντας τους εργαζόμενους και θυμίζοντας εργασιακό  μεσαίωνα, με την παράλληλη αποδυνάμωση του κοινωνικού κράτους τη στιγμή μάλιστα που ο πρόεδρος Ομπάμα προσπαθεί πχ να ενισχύσει τη δημόσια υγεία για τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής.

Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Πώς θα αντιδράσει η κοινωνία; Η κυβέρνηση καλεί τους εργαζόμενους σε διαβούλευση  για το εργασιακό νομοσχέδιο θέτοντας ουσιαστικά το δίλημμα μεταξύ εργασίας εντός ανταγωνιστικής οικονομίας ή πολιτισμένης δημοκρατικής κοινωνίας και προπαγανδίζει με τη γνωστή ξύλινη γλώσσα τον ανταγωνισμό. Ίσως ελπίζει μόνο στη δική της διάσωση από μια επερχόμενη οικονομική ανάκαμψη έστω και κάτω από τα κοινωνικά ερείπια που προαναγγέλλουν η αύξηση της ανεργίας, η βάθυνση της φτώχειας, οι αυξανόμενες αυτοκτονίες, η εγκληματικότητα κλπ.

Σε πρόσφατη δημοσκόπηση αναφέρθηκε ότι στη συντριπτική του πλειοψηφία (άνω του 70%) ο λαός αισθάνεται οργή για το πολιτικό σύστημα, απαισιοδοξία για την οικονομική ανάκαμψη, φόβο για το μέλλον και ντροπή για τη διεθνή διαπόμπευση της χώρας. Οι αναμενόμενες αντιδράσεις πρέπει λοιπόν να θεωρούνται βέβαιες και ανάλογες των συναισθημάτων.

«Έχεις μια γεύση τρικυμίας στα χείλη» (Οδυσσέας Ελύτης, «Η Μαρίνα των βράχων»). Είναι η έντονη εναλλαγή μεταξύ της βεβαιότητας και της ευημερίας του παρελθόντος και της ανησυχίας για τυχόν επερχόμενη μελλοντική δυστυχία που μάλλον κυριαρχεί στην καθημερινότητα του παρόντος.

Από την εμπειρία του ΔΝΤ προκύπτει ότι όσοι πολιτικοί επέλεξαν το δρόμο της κατεδάφισης του κοινωνικού κράτους δεν καταψηφίστηκαν απλά στις επόμενες εκλογές. Εξαφανίστηκαν παντελώς από το προσκήνιο. Αυτό ας το προσέξουν ιδιαίτερα, όσοι επιμένουν να μιλούν με την ξύλινη γλώσσα, τώρα που «Χαμήλωσαν τα σύννεφα και βρέχει άγριες μνήμες…»