"Αποχή, λευκά και δημοκρατική νομιμότητα"


Δευτέρα 15 Νοεμβρίου 2010
Τελείωσαν λοιπόν και οι αυτοδιοικητικές εκλογές. Σωστότερο θα ήταν να μιλήσουμε για «εκλογή» περιφερειαρχών, δημάρχων και των αντίστοιχων συμβουλίων (σύμφωνα με τον «Καλλικράτη»). Από χθες το βράδυ άρχισαν – και φυσικά θα ..συνεχιστούν για αρκετές μέρες τα γνωστά και τετριμμένα: «Ο λαός μίλησε», «Οι πολίτες ψήφισαν αυτόδιοικητικά», «Το κόμμα μας – όποιο και να ναι – επέδειξε… νίκησε...» και άλλα παρόμοια γνωστά και… ξύλινα. Τα ακούσαμε όλα αυτά πολλές φορές, μα για πρώτη φορά ή καλύτερα, για δεύτερη – πρώτη ήταν στις 7 Νοεμβρίου και όλη η εβδομάδα που πέρασε - τα λόγια αυτά ακούγονται άσχημα, παράταιρα.
 Γιατί, αυτοί που εκλέχτηκαν τοπικοί άρχοντες (στις 7 ή στις 14 Νοεμβρίου) ψηφίστηκαν από την πλειοψηφία του μισού (και λιγότερο χθες) εκλογικού σώματος. Δεδομένου ότι απέχοντες, άκυρα και λευκά ήταν περισσότερα από τα έγκυρα ψηφοδέλτια με βάση τα οποία υπολογίστηκαν τα ποσοστά των υποψηφίων. Ουσιαστικά δηλαδή δεν ψηφίστηκαν από το 50% + 1 (και πλέον) που ορίζει ο νόμος, αλλά από το 25% + 1 (και κάτι περισσότερο κατά περίπτωση). Βεβαίως και έτσι προβλέπει ο εκλογικός νόμος. Καμιά αμφιβολία ότι η εκλογή είναι νόμιμη και συνεπώς θα ασκήσουν νόμιμα εξουσία. Ωστόσο η εκλογή τους «πάσχει» από δημοκρατική νομιμοποίηση.

Στη συνείδηση των πολιτών δεν έχουν το «βάρος» που τους δίνει το αξίωμα του καθενός τους. Αφού ούτως ή άλλως δεν εκπροσωπούν και δεν εκφράζουν την πραγματική πλειοψηφία του λαού.

Σίγουρα ο υπογράφων δεν αμφισβητεί την νομιμότητα της εκλογής. Όμως επισημαίνει ένα σοβαρό έλλειμμα δημοκρατίας, μια υποβάθμιση θεσμού και πολιτικού συστήματος. Αυτοί που χθες απείχαν δεν ήταν μόνο οι άρρωστοι , οι υπερήλικες, κείνοι που για λόγους  ανωτέρας βίας  δεν πήγαν να ψηφίσουν, ακόμη και κάποιοι τεθνεώτες που εξακολουθούν να γράφονται στους καταλόγους. Ασφαλώς  υπήρχαν – πάντοτε υπάρχουν – και όλοι αυτοί. Όμως  όλοι μαζί  συγκεντρώνουν  ένα μικρό ποσοστό (2%, 3%... 5%...;). Οι άλλοι (το 45% - 50%)  συνειδητά απείχαν. Κάποι έριξαν άκυρο από απροσεξία ή άγνοια. Αλλά κι αυτοί ήταν λίγοι. Οι υπόλοιποι; Το λευκό τέλος είναι απόφαση, επιλογή.

ΕΚΛΟΓΗ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΕΠΙΛΟΓΗ

Πέραν αυτού  του οπωσδήποτε  σημαντικού γεγονότος, που νοθεύει  και από αποδυναμώνει  το δημοκρατικό μας πολίτευμα,  υπάρχει και κάτι άλλο, το ίδιο σημαντικό, αν όχι σημαντικότερο. Όταν λέμε  ψηφίζει κάποιον συνδυασμό και κάποιον (ή κάποιους) υποψήφιο ο πολίτης εννοούμε  ότι επέλεξε  τον ή τους  ικανότερους,  τους καταλληλότερους και τους ψήφισε. Αλλά για να είναι σωστή η όποια επιλογή  «εκ των ων  ουκ άνευ» προϋπόθεση  είναι το να ξέρει και μάλιστα καλά όλους τους υποψηφίους. Αλλά οι  απλοί πολίτες  του νομού μας  πως μπορούν να ξέρουν  τον Π. Ψωμιάδη ή τον Μ. Μπόλαρη; Φυσικά  δεν τους ξέρουν. Όπως δεν ξέρουν καλά  ούτε καν τους  υποψηφίους  Δημάρχους και  Συμβούλους. (Αυτά είναι τα καλά του «Καλλικράτη» αλλά τέλος πάντων). Και πώς ψηφίζουν;  «Ό,τι πει το κόμμα», άλλοι  ότι πουν οι φίλοι, οι παράγοντες, οι γείτονες και πάει λέγοντας… Φυσικά υπάρχουν κι αυτοί που ψηφίζουν  με γνώση, λογική, σύνεση. Όμως είναι λίγοι. Όπως ξαναγράψαμε  σ’αυτή τη στήλη οι Έλληνες  ζούσαν  κατά την μακραίωνη ιστορία τους σε συνθήκες  κοινοτισμού. Σε μικρές  σχετικά κοινότητες όπου όλοι γνωρίζονται μεταξύ τους  «από μικρά παιδιά». Ήξεραν καλά ο ένας τον άλλον. Και διάλεγαν αυτούς που θα αναλάμβαναν  οποιοδήποτε αξίωμα με πλήρη γνώση. Σήμερα με τις μεγάλες  πόλεις και τον «Καλλικράτη» που αρέσκεται  στα μεγάλα σύνολα (λίγοι  και μεγάλοι δήμοι, μεγαλύτερες περιφέρειες ακόμα μεγαλύτερες  κρατικές Διοικήσεις) ποιος  ξέρει ποιόν; Εκείνο το παλιό εμείς με το  όποιο μεγαλούργησαν οι Έλληνες έχασε την έννοια του και μετατράπηκε από σύνολο αναφοράς  και βασικό  κύτταρο της δημοκρατίας σε απλή απαρίθμηση ή συσσώρευση  πολλών εγώ.

Γιατί το εγώ «θεοποιήθηκε»  από το διαφωτισμό και τη Δύση. Αποξενωθήκαμε. Μπορεί να ζούμε μαζί, όμως πάντοτε  ζούμε χωριστά.

Ο εξοστρακισμός   (η εξορία) θεωρείτο από  τον αρχαίο Έλληνα μοίρα χειρότερη και από το θάνατο.  Ο μέγας Σωκράτης  προτίμησε  το κώνειο  και το θάνατο  αν και, με παρέμβαση  του πλούσιου φίλου του Κρίτωνα,  μπορούσε να  φύγει από την  Αθήνα. Εδειξε έτσι  το σεβασμό του προς  τους  νόμους και την αγάπη  του προς τον τόπο  του και τους ανθρώπου του.

Σε ότι αφορά  στην  Χριστιανική  θεώρηση  του πράγματος  ο Ρέινχολντ Νιμπούρ  είδε σαφώς ότι «το ιδανικό της αυτάρκειας, που τόσο πολύ εκθειάζεται στην σύγχρονη  κουλτούρα μας, θεωρείται στη χριστιανική σκέψη ως μια μορφή  αρχέγονης  αμαρτίας»
.Γιάννης Κορομήλης