Δήμος Αναστασιάδης: Οχι μόνο pop idol


Λίγες ημέρες μετά την παρουσίαση του άλμπουμ του «Ιδια μάτια», ο ταλαντούχος τραγουδοποιός εξηγεί γιατί όσο περνά ο χρόνος το καλλιτεχνικό άγχος του μεγεθύνεται και..
επιμένει να παντρεύει λόγια με μουσικές από το να κυνηγά τη σκιά του σε δημοσιεύματα αναφορικά με την ιδιωτική ζωή του  
Ο Δήμος Αναστασιάδης πιστεύει στις συμπτώσεις. Οχι επειδή είναι προληπτικός ή δεισιδαίμων, αλλά γιατί από μια σύμπτωση ξεκίνησε να πορεύεται στη μουσική και αποδίδει σε δημιουργικές συμπτώσεις τις συνεργασίες του μέχρι σήμερα. Μιλά με πραότητα, σχεδόν με συστολή για το πιο πρόσφατο άλμπουμ του «Ιδια μάτια», το οποίο παρουσίασε πριν από λίγες ημέρες στον «Ιανό». Λέει για την πρώτη απόπειρά του να γράψει στίχους σε δύο από τα τραγούδια του δίσκου, ενώ εκφράζεται με θέρμη για τη σύμπραξή του με τον Χρόνη Αηδονίδη στο τραγούδι «Αχ Ελένη». 
Τι γυρεύει όμως ο παραδοσιακός ήχος στις αποσκευές ενός τραγουδοποιού που ισορροπεί στο σχοινί της ποπ/ροκ μουσικής; «Μεγάλωσα με την παραδοσιακή μουσική. Επηρεάστηκα από αυτά τα τραγούδια. Τα πρώτα μου μουσικά ερεθίσματα ήταν από τη γιαγιά και τον παππού μου. Με θυμάμαι να τους χαζεύω με το στόμα ανοιχτό να τραγουδούν βλάχικα και θρακιώτικα τραγούδια. Μου αρέσει να παντρεύω ήχους, να ψάχνομαι και να πειραματίζομαι. Πιστεύω ότι κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από την παραδοσιακή μουσική. Είμαστε Ελληνες, μεγαλωμένοι σε αυτόν τον τόπο με αυτά τα συγκεκριμένα ακούσματα», εξηγεί. 

Μεγαλωμένος στην Κατερίνη, ο νεαρός τραγουδοποιός δεν θυμάται να φαντάστηκε ποτέ τον εαυτό του σε κάποιον άλλο ρόλο εκτός από εκείνον του δημιουργού. Το πρώτο του τραγούδι το έγραψε έφηβος, ως μέλος της μπάντας Δύτες του Χρόνου. Στα 15 του έδωσε και την πρώτη συναυλία του στην Κατερίνη. «Το καταλάβαινα ότι η μουσική με συγκινεί, πως ήταν ο φυσικός χώρος μου. Ωστόσο, όταν τελείωσα το σχολείο και έπρεπε να αποφασίσω τι θα κάνω στη ζωή μου, δοκίμασα να σπουδάσω Βιομηχανικό Σχέδιο στην Κοζάνη. Η καρδιά και το μυαλό μου ήταν όμως στη μουσική. Τελικά, άντεξα έναν χρόνο εκεί και επέστρεψα στην Κατερίνη. Επρεπε όμως να βρω ένα δρομάκι να φύγω, να πάω προς τη μουσική», λέει. 

Τον δρόμο του τον έδειξε ο μεγάλος αδελφός του. Εκείνος, χωρίς να τον ρωτήσει, δήλωσε για λογαριασμό του συμμετοχή στο «Dream Show». «Φοβήθηκα. Ηταν τόσο απρόοπτο που δεν ήξερα πού πάω, αισθανόμουν όμως ότι έπρεπε να το κάνω». Αναρωτιέμαι πώς διαχειρίστηκε τη ρετσινιά που είθισται να ακολουθεί καλλιτέχνες που έλαβαν το βάπτισμα του πυρός διαμέσου της τηλεόρασης. «Δεν το θεωρώ ρετσινιά. Ηταν επιλογή. Ημουν μόλις 19 χρόνων όταν το έκανα. Ημουν ένα παιδί που ήθελε να κάνει το όνειρό του πραγματικότητα και αναζητούσε τον τρόπο. Πρέπει να ευγνωμονούμε τον εαυτό μας για τις αποφάσεις που παίρνουμε. Οχι να τον καταδικάζουμε». Το πρόβλημα, όταν η αναγνωρισιμότητα είχε περάσει το κατώφλι του σπιτιού του και ο ίδιος κολυμπούσε πλέον στα βαθιά της μουσικής βιομηχανίας, ήταν η οικογένειά του, όπως θυμάται: «Υπήρχε ένας φόβος από τους γονείς μου. Επαγγέλματα όπως αυτά του τραγουδιστή ή του ηθοποιού ακούγονται περίεργα σε ανθρώπους της γενιάς τους. Χρειάστηκε να δώσω μεγάλο αγώνα. Πλέον, εδώ και παρά πολλά χρόνια είναι συμφιλιωμένοι με την ιδέα της δουλειάς μου».

Εχοντας πια τέσσερα άλμπουμ στο ενεργητικό του, λέει πως τα δημιουργικά άγχη του μεγαλώνουν σε ευθεία αναλογία με την εμπειρία του. 

Ωστόσο, επιμένει να θεωρεί και να αντιμετωπίζει τη μουσική ως παιχνίδι, να τη βλέπει με τα ίδια μάτια. Εκτός από τη μουσική, όμως, υπάρχει και το παρεπόμενο της δημοσιότητας, το οποίο συχνά πυκνά αγγίζει ή ξεπερνά το όριο της ιδιώτευσής του. «Στα περισσότερα που λέγονται ή γράφονται κατά καιρούς για μένα δεν δίνω σημασία. Μπορεί να έχουν ειπωθεί πράγματα που ούτε κατά διάνοια έχουν περάσει από τον νου μου. Πιστεύω ότι όλα έχουν ένα όριο. Σέβομαι το γεγονός ότι μπορεί κάποιος που ακούει τη μουσική σου να θέλει να μάθει κάποια παραπάνω πράγματα για τη ζωή σου, όμως το όριο είναι απολύτως σαφές για μένα», επισημαίνει. Είναι άραγε το ίδιο σαφές και το όριο μεταξύ «έντεχνου» και «εμπορικού» τραγουδιού; «Δεν μπορώ να καταλάβω ακριβώς αυτόν τον διαχωρισμό. Νομίζω ότι έντεχνο είναι κάτι που έχει φτιαχτεί με καλή τέχνη. Προσωπικά, μου αρέσει η καλή μουσική απ’ όπου κι αν προέρχεται».
Πρωτο Θεμα