Ακόμα και κάτω από το μισό μπορούν να ψαλιδίσουν τη δόση τους οι δανειολήπτες, αξιοποιώντας προς όφελός τους την άνευ προηγουμένου βουτιά στα ευρω-επιτόκια. Το διατραπεζικό επιτόκιο Εuribor τριών μηνών- που αποτελεί βάση για τα περισσότερα δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο- έχει πέσει στο ιστορικό χαμηλό του 0,85%, αλλάζοντας άρδην τον χάρτη σε χορηγήσεις και καταθέσεις. Μάλιστα, για πρώτη φορά το διατραπεζικό επιτόκιο είναι χαμηλότερο από το βασικό επιτόκιο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (σήμερα 1%) λόγω της μεγάλης ρευστότητας που υπάρχει αυτή τη στιγμή στην ευρωζώνη. Πρόκειται για μια εποχή «φθηνού χρήματος» που δημιουργεί ευκαιρίες αλλά και κρύβει παγίδες για παλιούς και νέους δανειολήπτες, καθώς και για επενδυτές. Από τη μία το κόστος δανεισμού ανοίγει τις πόρτες για συμφέρουσες αναχρηματοδοτήσεις αλλά και νέες χορηγήσεις, ενώ από την άλλη τα επιτόκια στο ταμιευτήριο και στις προθεσμιακές καταθέσεις έχουν πέσει στο ναδίρ. Δημιουργούνται, δηλαδή, δύο στρατόπεδα: αυτό των κερδισμένων και εκείνο των χαμένων από την τρέχουσα συγκυρία.
Αργά ή γρήγορα, εξάλλου, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα αρχίσει να αντλεί ρευστότητα από τις αγορές, οδηγώντας σε αύξηση των επιτοκίων χορηγήσεων των τραπεζών, ενώ αρκετοί είναι εκείνοι που βλέπουν μικρή αύξηση και στο βασικό επιτόκιο του ευρώ το 2010.
Για πρώτη φορά, μάλιστα, οι τράπεζες εμφανίζονται διατεθειμένες να αναχρηματοδοτήσουν και παλιά, δικά τους καταναλωτικά δάνεια ή χρέη σε πιστωτικές κάρτες, αρκεί ο πελάτης να φέρει σε αυτές και κάποια άλλη οφειλή.
Ταυτόχρονα όμως κερδισμένες βγαίνουν και οι ίδιες οι τράπεζες, καθώς από τη μία διαγράφουν από το χαρτοφυλάκιό τους επικίνδυνα δάνεια που θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε επισφάλειες, ενώ από την άλλη εμφανίζουν αύξηση στην παραγωγή νέων χορηγήσεων. Όπως αναφέρουν μάλιστα τραπεζικά στελέχη, αυτή τη στιγμή- ανάλογα με την τράπεζα- το 30% με 40% των νέων καταναλωτικών δανείων αφορούν αναχρηματοδοτήσεις παλιών οφειλών, ενώ το αντίστοιχο ποσοστό για τα στεγαστικά δάνεια ξεπερνά το 10%.
Σε απόλυτους αριθμούς, σήμερα ένα καταναλωτικό δάνειο 20.000 ευρώ πενταετούς διάρκειας (π.χ. για αγορά αυτοκινήτου) που επιβαρύνεται με επιτόκιο 12% μεταφράζεται σε μηνιαία δόση 445 ευρώ. Αν ο δανειολήπτης μέσω αναχρηματοδότησης ρίξει το επιτόκιο στο 7%, τότε η δόση πέφτει αυτόματα στα 390 ευρώ, δηλαδή κερδίζει 55 ευρώ τον μήνα ή 660 ευρώ τον χρόνο. Μάλιστα, σε ακόμα μεγαλύτερα χρέη υπάρχει η δυνατότητα αναχρηματοδότησης με προσημείωση περιουσιακών στοιχείων. Στην περίπτωση αυτή, το επιτόκιο πέφτει πολύ χαμηλότερα, στα επίπεδα δηλαδή που ισχύουν για τα στεγαστικά δάνεια (σήμερα κοντά στο 5%).
Δηλαδή, για συνολικά χρέη 30.000 ευρώ σε καταναλωτικά δάνεια, με μέσο επιτόκιο 12% και διάρκεια αποπληρωμής τα πέντε χρόνια, η δόση ανέρχεται στα 667 ευρώ τον μήνα, «στραγγαλίζοντας» τους δανειολήπτες. Αν όμως γίνει αναχρηματοδότηση, ρίχνοντας το επιτόκιο στο 5% και παράλληλα αυξάνοντας τη διάρκεια στα 10 χρόνια, η δόση πέφτει στα 318 ευρώ, δηλαδή κάτω και από το μισό της αρχικής δόσης, δίνοντας ανάσα στους δανειολήπτες. Με τη διαφορά όμως ότι αν ο δανειολήπτης δεν είναι τυπικός στην αποπληρωμή των δόσεων κινδυνεύει άμεσα να χάσει το περιουσιακό στοιχείο του, ενώ παράλληλα θα πρέπει να σημειωθεί ότι η αύξηση στη διάρκεια συνεπάγεται και περισσότερους τόκους μέχρι την απο πληρωμή των οφειλών.
ευρώ σε τόκους, με τελικό επιτόκιο 16,5%. Μειώνοντας το επιτόκιο στο 6,5%, μέσω μεταφοράς, τα χρήματα που πληρώνει αντίστοιχα στην τράπεζα πέφτουν στα 650 ευρώ, προκύπτει δηλαδή ετήσιο κέρδος 1.000 ευρώ. Σημειώνεται επίσης ότι σήμερα υπάρχουν στην αγορά και προγράμματα μεταφοράς οφειλών από πιστωτικές κάρτες άλλης τράπεζας με μηδενικό επιτόκιο για έως και 12 μήνες. Στη συνέχεια, όμως, το προνομιακό επιτόκιο επιστρέφει στα υψηλά επίπεδα άνω του 15%.
Οι τράπεζες έχουν μεταφέρει αυτούσια τη μείωση στα επιτόκια, με αποτέλεσμα οι αποδόσεις στις κλειστές καταθέσεις να κυμαίνονται ανάμεσα στο 2% και το 3% για διάστημα έως έξι μηνών και ποσά άνω των 25.000 ευρώ. Και αυτό, ενώ πριν από την κρίση τα επιτόκια των προθεσμιακών καταθέσεων είχαν σκαρφαλώσει ακόμα και πάνω από το 6%.
Ακόμα μεγαλύτερες απώλειες έχουν οι μικροκαταθέτες του ταμιευτηρίου, καθώς σε αυτήν την κατηγορία τα επιτόκια έχουν κατακρημνιστεί στο 0,15% με 0,25%, δηλαδή κάτω από τον επίσημο πληθωρισμό για ποσά έως 10.000 ευρώ.
Στον αντίποδα, σημαντικά κέρδη μετρούν όσοι είχαν επιλέξει να επενδύσουν στα «λαϊκά ομόλογα» που πρόσφατα εξέδωσε το Ελληνικό Δημόσιο με σταθερό επιτόκιο ακόμα και 6%. Πέρα από τις υψηλές αποδόσεις, αυτή τη στιγμή οι τίτλοι πωλούνται στη δευτερογενή αγορά σε τιμή έως και 8% υψηλότερη από την ονομαστική αξία τους, γεγονός που σημαίνει ότι οι κάτοχοί τους μπορούν να κατοχυρώσουν σημαντικά κεφαλαιακά κέρδη.
Παράλληλα, σημαντικές αποδόσεις, ακόμα και άνω του 6%, συνεχίζουν να προσφέρουν τα εταιρικά ομόλογα μεγάλων ελληνικών επιχειρήσεων, αρκεί ο επενδυτής να αναλάβει το ρίσκο του εκδότη.
Τραπεζικά στελέχη και αναλυτές εκτιμούν ότι τα επιτόκια, αργά ή γρήγορα, θα αυξηθούν συμπαρασύροντας προς τα πάνω και τις δόσεις όλων των δανείων με κυμαινόμενο επιτόκιο. Έτσι, όσοι σήμερα- με τα χαμηλότερα επιτόκια- βρίσκονται στα όρια των οικονομικών αντοχών τους προκειμένου να πληρώσουν τις δόσεις τους, είναι σίγουρο ότι θα βρεθούν αντιμέτωποι με τη μάστιγα της υπερχρέωσης. Το σκηνικό αυτό επαναλήφθηκε στα τέλη του 2008, όταν το διατραπεζικό επιτόκιο Εuribor έφτασε στο ιστορικό υψηλό του, άνω του 5%, τινάζοντας στον αέρα τον προϋπολογισμό των δανειοληπτών.
Για παράδειγμα, ένα στεγαστικό δάνειο ύψους 150.000 ευρώ που αποπληρώνεται σε 20 χρόνια κοστίζει 870 ευρώ τον μήνα σήμερα, με τελικό επιτόκιο 3,5%. Αν όμως το διατραπεζικό επιτόκιο αυξηθεί κατά 2 μονάδες, φτάνοντας δηλαδή στο 5,5%, η μηνιαία δόση ανεβαίνει στα 1.030 ευρώ. Δηλαδή ο δανειολήπτης πληρώνει επιπλέον 160 ευρώ τον μήνα ή 1.920 ευρώ τον χρόνο.
ΚΡΑΧΤΗΣ (kraxtis-gr.blogspot.com)








