Οδοιπορικό στον τόπο που βρήκε τραγικό τέλος ο Γιακουμάκης


..
Υπόθεση Γιακουμάκη: Όσα ζήσαμε σε 48 ώρες στα Γιάννενα
Το NEWS 247 στον τόπο που γράφτηκε το τραγικό τέλος του Βαγγέλη Γιακουμάκη. Τι είδαμε, τι ακούσαμε, τι ζήσαμε σε πάνω από 48 ώρες. Η Σχολή, οι φοιτητές, το σημείο του τέλους, οι καθηγητές και ο φαύλος κύκλος των αναπάντητων ερωτηματικών που στοιχειώνει τις σκέψεις μας 
Οδοιπορικό στον τόπο που ο Βαγγέλης έγραψε το δικό του τέλος. Ρεπορτάζ με φόρτιση, ανατροπές και αρκετή δόση επιφυλακτικότητας.
Η αλήθεια θα λάμψει (μακάρι) τις επόμενες ημέρες. Μέχρι τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές, οι έρευνες των διωκτικών Αρχών και της Δικαιοσύνης, βρίσκονται ακόμη σε εξέλιξη.
Όχι ότι το πόρισμα, θα καταφέρει να ανατρέψει το δεδομένο που καθρεφτίζει τον σάπιο μικρόκοσμό μας. Όχι ότι θα μειώσει τα περιστατικά στοχοποίησης του διαφορετικού ή του αδυνάμου που παραδοσιακά σε όλες τις κοινωνικές δομές (σχολείο, σπουδές, στρατό, δουλειά και οικογένεια) αποανθρωποιούνται και παύουν να είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, αλλά αποδέκτες τιμωρίας. Όχι ότι θα εξαφανιστεί δια μαγείας ο φασισμός της καθημερινότητάς μας που κούρνιασε στις ρίζες της οικονομικής κρίσης, λες και τα δεινά μας ξεκίνησαν μόλις το 2009. Όχι ότι η ετερότητα θα γίνει από αύριο αποδεκτή σε όλες τις εκφάνσεις της. Ούτε γιατί στην Κρήτη (γιατί πρέπει να αναφερθώ και σε αυτό) οι αυτόκλητοι εκπρόσωποι της τοπικιστικής παράδοσης θα πάψουν να εκτονώνονται με τους πυροβολισμούς στον αέρα, απομακρύνοντας έτσι την απροσδιόριστη διαφορετικότητα μακριά από τους κόλπους της κουλτούρας τους.
Τίποτα από όλα αυτά δεν ξέρω εάν και κατά πόσο πρόκειται να συμβεί. Ούτε και είναι πολλά από αυτά, το ζητούμενο. Το έγκλημα είναι πολλαπλό, με ποικίλους ηθικούς αυτουργούς, αλλά και τουλάχιστον τρεις παρονομαστές. Οικογένεια, σχολή, συμμαθητές.
Σιωπή, ένοχα μυστικά, αλήθειες και προσωπικές σκέψεις που δεν πρόλαβαν να συμπεριληφθούν στα ρεπορτάζ, θα επιχειρήσω να τα καταγράψω σε αυτό το κείμενο και μαζί κάθε λεπτομέρεια στην αποστολή στα Γιάννενα για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη.

Η Γαλακτοκομική, οι συμμαθητές και ο Γολγοθάς του Βαγγέλη

«Θα τους βρεις εύκολα. Όσοι κατάγονται από την Κρήτη, φοράνε ακόμη στιβάνια. Συχνάζουν σε ομάδες στο απέναντι ζαχαροπλαστείο – καφέ. Θα τους καταλάβεις», με είχαν προειδοποιήσει. Το ζαχαροπλαστείο – στέκι αποτελεί από τις ελάχιστες πλησίον της σχολής, διεξόδους ψυχαγωγίας για τους σπουδαστές. Απέχει λίγα μέτρα από το κεντρικό κτίριο. «Δεν τον άφηναν να τελειώσει τον καφέ του. Του πετούσαν νερό», μού εκμυστηρεύεται για τον Βαγγέλη μία από τις υπαλλήλους, λίγα λεπτά μετά την επίσκεψή μου εκεί. 
Η παρέα που απολαμβάνει τον καφέ της εκείνη την ηλιόλουστη Δευτέρα, θα μιλήσει στο NEWS 247 για την άλλη πλευρά την Γαλακτοκομικής Σχολής. Παρόντες, ο Λάζαρος και ο Κώστας. Δεν τους αναγνώρισα αμέσως. Είναι οι δύο από τους έξι πρωταγωνιστές της επίμαχης φωτογραφίας. Το επόμενο απόγευμα σε καφέ της πλατείας Πάργης θα συναντηθώ με τους υπόλοιπους δύο σπουδαστές – συμμετέχοντες στη φωτογραφία που κάνει το γύρο του διαδικτύου, καταδικάζοντας τους ίδιους σε ενόχους, πριν το επίσημο πόρισμα των Αρχών.«Δεν είμαστε φονιάδες, είμαστε φίλοι του!». Μαζί θα μιλήσουμε για τον μιντιακό λιθοβολισμό από τη διαρροή των πολυσυζητημένων ενσταντανέ, την ολιγωρία στα αντανακλαστικά τους και τις προσδοκίες για κάθαρση.
Στο δρόμο για τη σχολή, οι σπουδαστές κινούνται τρομαγμένα και επιφυλακτικά. Κανάλια και αστυνομία έχουν στήσει καραούλι έξω από την κύρια είσοδο και οι περισσότεροι, ελίσσονται συνωμοτικά, προκειμένου να αποφύγουν τις δηλώσεις. «Αν μοντάρουν αυτά που θα πω, άντε να τους βρεις μετά», λέει εκνευρισμένος ο Μανώλης.
Η 96 ετών σχολή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης στην περιοχή Κατσικά (περίπου 5-6 χλμ. μακριά από το κέντρο των Ιωαννίνων) είναι διετής, ανήκει στο υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης και απαρτίζεται από δύο βασικά κτίρια. Τα πλάνα των τηλεοπτικών συνεργείων δείχνουν κυρίως το κεντρικό κτίριο που στεγάζεται η τραπεζαρία σίτισης και οι επίμαχες εστίες. «Τα μαθήματα και τα εργαστήρια γίνονται στο πίσω κτίριο», λέει ο πρώην διευθυντής της Γαλακτοκομικής σχολής. «Όταν παραλάβαμε την ΕΠΑ.Σ. είχε πολλά προβλήματα. Ακόμη και οι τοίχοι έσταζαν. Όμως με μεράκι και υπομονή, φτιάξαμε όσα μπορούσαμε. Με ελάχιστους πόρους και σχεδόν μηδενική βοήθεια από το υπουργείο».
Η είσοδος σε τηλεοπτικά συνεργεία επιτρέπεται μέχρι τον προαύλιο χώρο. Οπότε τα «άψυχα» πλάνα από τον εξωτερικό χώρο, δεν μπορούν να συλλάβουν το μέγεθος της οργής που ξεχειλίζει από μαθητές και εκπαιδευτικούς στο εσωτερικό της σχολής. «Βγες έξω και πες τους να φύγουν. Δεν μπορούμε άλλο να καραδοκούν οι κάμερες», φωνάζουν όλοι σε απόγνωση.
Στο ισόγειο, ο άγρυπνος φύλακας του κτιρίου. «Μα, δεν ακούσατε ποτέ τίποτα; Όχι. Εσύ θα άκουγες τι γίνεται στον πρώτο όροφο; Και όποτε άκουγα φασαρίες, ανέβαινα και μου έλεγαν: ‘πλάκα κάνουμε’».
Οι φοιτητές; Όσους συνάντησα, δεν είδαν, δεν άκουσαν, δεν γνώριζαν. Συγκάλυψη ή ένοχα μυστικά, αθωότητα ή καταδίκη, μένει να αποδειχτεί στο τέλος της διαδρομής. «Εμείς πάντως εδώ, περνούσαμε καλά», παραδέχονται οι περισσότεροι.

Προσοχή! Στη Μιχαλητσίου και Μαβίλης (δεν) παίζουν (πια) παιδιά 

Η σορός του Βαγγέλη εντοπίστηκε στα 800 μέτρα μακριά από τη Σχολή. Είναι όντως 800; Ίσως σε απόλυτη ευθεία. Στην πραγματικότητα η χιλιομετρική απόσταση είναι μεγαλύτερη, λόγω του χωμάτινου ζιγκ ζαγκ που καλείσαι να κάνεις με τα πόδια μέχρι τη συμβολή των οδών Μιχαλητσίου και Μαβίλης. Σπίτια διάσπαρτα, με κήπους, αυλές και κυνηγόσκυλα. Περιοχή, όχι πυκνοκατοικημένη. Απόμερη. Με ελάχιστους απομείναντες καταυλισμούς. Οι πινακίδες «Προσοχή! Παίζουν παιδιά» μαρτυρούν τον πρώην ανέμελο παιδότοπο που σήμερα μετατράπηκε σε τόπο του εγκλήματος. «Εδώ έπαιζαν ανενόχλητα τα εγγόνια μου», θα πει η κυρία Μαριάνθη Καλαμπόκη. «Ήσυχη γειτονιά».
Ήμουν μόνη. Όταν οι άνδρες της αρμόδιας Διεύθυνσης Εγκληματολογικών Ερευνών αποχώρησαν με τα απαραίτητα «πειστήρια» και οι «κόκκινες κορδέλες» κόπηκαν, μού έκαναν νόημα: «Πέρνα!». Όσο πλησίαζα, αναρωτιόμουν: «Μα, γιατί τρέμουν τα πόδια μου;». Μήπως γιατί δεν ήμουν σίγουρη για το τι θα αντικρύσω; Μήπως γιατί κατά βάθος ήθελα να κλείσω τα μάτια μου και να τρέξω με φόρα μακριά από το τραγικό τέλος που γράφτηκε πριν την πρόληψη και τη θεραπεία; Πριν καν προλάβουμε να επουλώσουμε τις ανοιχτές πληγές, όταν το σώμα του Βαγγέλη μετατράπηκε σε πεδίο βασανιστικής δοκιμής της «αρρενωπότητας» κάποιων συμφοιτητών του και σημαδεύτηκε ανεξίτηλα από το τραύμα μιας ετερότητας που δεν έγινε ανεκτή;
Οι ερωτήσεις, περιττές και οι ισορροπίες λεπτές. Με όσους συναντήθηκα, μού απηύθυναν αυθόρμητες ρητορικές ερωτήσεις. «Μα, πώς δεν πήραμε τίποτα είδηση; Ή έστω, πώς δεν μύρισε κάτι;». Από το σημείο, πέρασαν ουκ ολίγες φορές οι άνδρες της ΕΜΑΚ, ωστόσο οι έρευνες αποδείχτηκαν αναποτελεσματικές. «Είπαν ότι η υγρασία και οι πλημμύρες δεν διευκόλυναν το έργο τους. Εγώ δεν το πιστεύω. Ίσως τα σκυλιά δεν ήταν άρτια εκπαιδευμένα», θα πει ο κ. Γιώργος. 
Στο δρόμο για το σημείο που γράφτηκε το τέλος, βαθιές ροδιές στο χώμα και το γρασίδι. «Είναι καιρό εδώ, δεν είναι πρόσφατες. Δεν πρέπει να είναι λογικά από το ζευγάρι που σταμάτησε και βρήκε τον Βαγγέλη». «Άρα; Άρα μπορεί και να τον έσυραν εδώ;». «Ίσως». Λίγα δευτερόλεπτα μετά, το «ίσως» θα γίνει «δεν μπορώ να το πω με βεβαιότητα», μετά «θα δείξει» και στο τέλος, «τι σημασία έχει; Πλέον το παιδί, χάθηκε!». 
Η εικόνα δεν διαφέρει από αυτές σε αστυνομικές σειρές. Βαν της αστυνομίας, άνδρες της ασφάλειας, αποσβολωμένοι κάτοικοι, κεριά, λουλούδια και περαστικοί που μετατρέπονται σε εγκληματολόγους, ψυχολόγους και ιατροδικαστές στη θέα εντός τηλεοπτικού συνεργείου και τη δυνατότητα λίγων λεπτών δημοσιότητας.
Στο σημείο δεν ξαναγύρισα, παρά μόνο την επόμενη μέρα. Όταν στην Κρήτη έλεγαν το «στερνό Αντίο» στον Βαγγέλη, στα Γιάννενα σπουδαστές και καθηγητές τελούσαν τρισάγιο στην Αγία Σοφία Ανατολής και μετά, με ένα λευκό τριαντάφυλλο ανά χείρας κατευθύνθηκαν με τα πόδια στο ίδιο σημείο, για να αποτίσουν φόρο τιμής στον αδικοχαμένο συμμαθητή τους. Ανάμεσα σε όσους έδωσαν το παρόν, θα ήταν σίγουρα και οι «άλλοι». Και πρέπει να ήταν. Λίγο πιο πίσω. Ίσως και οι μόνοι που δεν κρατούσαν λουλούδια.

Το κοινωνικό «κραχ»

Σχεδόν τρεις μέρες πήγαινε – έλα σε ταξί. Οι συνήθεις αποστάσεις: Παλιό κέντρο Ιωαννίνων – Γαλακτοκομική – Αγία Σοφία Ανατολής – Δημαρχείο – Πλατεία Πάργης και πίσω.«Πώς σου φαίνεται η πόλη μας; Πέτυχες καλό καιρό. Μην ξεχάσεις να δεις αυτό, το άλλο…. Πολιτεία Φρόντζου ή Πολιτεία Ιωαννίνων; Μα, γιατί μένεις τόσο μακριά από το κέντρο;». «Είμαι δημοσιογράφος από Αθήνα. Ήρθα για τον Βαγγέλη Γιακουμάκη».
Παύση. Αμηχανία και δευτερόλεπτα σιωπής που ξορκίζουν όλες τις ερωτήσεις που αφορούν σε τουρισμό και ψυχαγωγία. Δεύτερες και τρίτες ματιές από τον μεσαίο καθρέφτη, λες και αν έβγαζα το μπουφάν, θα αποκαλύπτονταν η κρυμμένη εικόνα του δημοσιογράφου – μπάτσου ή δικαστή, του δημοσιογράφου – ντετέκτιβ με καπαρντίνα, γυαλιά και καπέλο. Καμία αναβολή και αλλαγή συζήτησης. «Τελικά εσύ τι πιστεύεις ότι έγινε; Τους βρήκαν; Εσύ είδες κανέναν Κρητικό; Γιατί εμείς άκρη δεν έχουμε βγάλει. Για μέρες τώρα, η μόνη μας συζήτηση είναι ο Βαγγέλης». 
Κάθε φορά που επαναλαμβάνεις τις λέξεις «Βαγγέλης», «δημοσιογράφος», «αποστολή» τα χαμόγελα κόβονται, ο χρόνος παγώνει, οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή. «Εμείς καλά καλά δεν γνωρίζαμε ότι έχουμε τέτοια σχολή εδώ. Πόσο μακριά είναι;» και ξεκινάει ο φαύλος κύκλος των δικαστηρίων, του δημόσιου λιθοβολισμού, του «τσουβαλιάσματος» βάσει καταγωγής, με φράσεις «είναι αγροίκοι, έχω μεταφέρει αρκετούς» και τελικά, η λαϊκή ετυμηγορία «ΝΑ ΠΛΗΡΩΣΟΥΝ».
Στο δρόμο από τη Γαλακτοκομική με κατεύθυνση το κέντρο, 5-6 αυτοκίνητα με σταματούν: «Ξέρεις πού βρέθηκε ο Βαγγέλης; Ψάχνω εδώ και ώρα». Σκέφτομαι: Πριν μέρες από το σημείο, δεν θα περνούσε ψυχή, εκτός από τους κατοίκους σε παρακείμενα σπίτια. Σήμερα; Ουρές από αυτοκίνητα και κόσμος που συρρέει με τα πόδια σε μία βαλτώδη έκταση με θάμνους, κλαδιά, πεσμένα δέντρα και πολύ λάσπη. Στα καφενεία του Κατσικά των μουντών Ιωαννίνων της περασμένης δεκαετίας ίσως φούντωναν τα σενάρια για τη «λίμνη γεμάτη μυστικά». Σήμερα έχουν τον Βαγγέλη.
Ακόμη κι αν ξηλώθηκαν οι αφίσες περί «Εξαφάνισης». Ακόμη κι αν το κάλεσμα «να βοηθήσουμε» σφύριξε λήξη, ακόμη κι αν οι πληροφορίες για τα «τα ρούχα που φορούσε ανήμερα της 6ης Φεβρουαρίου» έγιναν βορά σε πουλιά, το σίγουρο είναι ένα: Τα Γιάννενα θα αργήσουν να ξεχάσουν. Στην πόλη των περίπου 10.000 φοιτητών, η «σκιά» του Βαγγέλη θα μονοπωλεί τις συζητήσεις και τους ψιθύρους της νεολαίας, μέχρι ωσότου το «σκάνδαλο» που τάραξε τα νερά τους, ξεφουσκώσει και πάρει το δρόμο των μονόλεπτων ή μονόστηλων ειδήσεων. Από μέρα σε μέρα, οι κυνηγοί της «μαρτυρίας – σοκ» θα τους αδειάσουν τη γωνιά.
Όταν καταλαγιάσει ο θυμός, όταν οι μνήμες από το δικό μας Γιαννάκη (θύμα εκφοβισμού στο σχολείο), τον Μπάμπη ή την Μαρία ξεθωριάσουν, τότε μόνο θα αντιληφθούμε πώς ο ωχαδερφισμός, η κοινωνική παθογένεια που τροφοδότησε ανάλογα φαινόμενα, η παθητική στάση του αυτόπτη μάρτυρα και η σιωπή απεδείχθησαν σε κάθε περίπτωση… Η ΝΙΚΗ ΤΩΝ ΗΘΙΚΩΝ ΑΥΤΟΥΡΓΩΝ. Kαι αυτό δεν αλλάζει.

Επιστροφή στη δικιά μας ζούγκλα

Πίσω στο "Ελευθέριος Βενιζέλος". Η χρονική πίεση της δουλειάς δεν άφησε περιθώρια για εσωτερική αναζήτηση. Η συναισθηματική φόρτιση, αποσυμπιέστηκε σε δύο – τρία απανωτά τσιγάρα. Λίγα δάκρυα πριν επιβιβαστώ στο ταξί για το δρόμο της επιστροφής, επισφράγισαν το τέλος μιας διαδρομής που τελικά γέννησε περισσότερα ερωτηματικά από αυτά που πήρα μαζί, στην αρχή του ταξιδιού.
Ερωτηματικά όχι μόνο για το ποια η πραγματική αιτία που ο Βαγγέλης έκανε ένα σύντομο πέρασμα από τη ζωή, πόσο μάλλον από την επικαιρότητα. Ούτε αποκλειστικά για τους κύριους ηθικούς αυτουργούς. Αρκεί να λυθεί ο γόρδιος δεσμός του ορυμαγδού πληροφοριών και να αποδοθεί δικαιοσύνη, για να ηρεμήσουμε; Και τελικά, θα θυμόμαστε όσα συνέβησαν σε ένα χρόνο από σήμερα; Ή ακόμη χειρότερα, την επόμενη φορά που χωρίς να το καταλάβεις, θα γίνεις ο επόμενος θύτης, θα είσαι ικανός να φέρεις στο νου σου την εικόνα του Βαγγέλη;
«Το θέμα πουλάει», παραδέχονται όσοι συνάντησα στην Αθήνα. Μετά από μέρες, θα προσθέσω: «Ξεπουλάει!». Εμένα, εσένα, τον διπλανό σου και όσους δεν στάθηκαν στο ύψος των περιστάσεων, πριν η στιγμή μάς προσπεράσει και το «σήμερα» μετατραπεί σε «αργά».
 News247.g