Euro και «δραχμούλα»



.....

Euro και «δραχμούλα»





Οι πρώτες μέρες του 2012 (στην Ελλάδα τουλάχιστον) χαρακτηρίζονται από ένα δυνατό, έντονο, ρυθμικό σασπένς, που προχωρά σαν ένα καρδιοχτύπι που όλο και επιταχύνεται καθώς εσύ τρέχεις –μέχρι να φτάσει ο σφυγμός σου στο κομβικό σημείο που θα φανεί αν, τη στιγμή ακριβώς που θα νοιώσεις πως δεν αντέχεις άλλο, θα πέσεις ξερός με έμφραγμα ή εγκεφαλικό, ή θα συνεχίσεις να τρέχεις ξαλαφρωμένος, έχοντας επιτύχει πια έναν αρμονικά δυναμικό βηματισμό, εναρμονισμένο δηλαδή με τις αντοχές σου, τις δυνατότητές σου και τους στόχους (για τους οποίους επιχειρείς, ακόμα,  ασκήσεις πραγματικού θάρρους).

Δεν έχει ξαναζήσει η χώρα τέτοιες στιγμές. Η αγωνία για όσους έχουν περίπου καταλάβει τι θα σήμαινε μια αποτυχία (μέσα στις αμέσως επόμενες εβδομάδες)  των, ηρωϊκών -πραγματικά πια! - Ελλήνων, (μέσα και έξω από την κυβέρνηση και τα εμφανή κέντρα εξουσίας),  που προσπαθούν, με όλες τις δυνάμεις που διαθέτουν, να αποτρέψουν την «επιστροφή στη δραχμή» - κορυφώνεται σαν κινηματογραφικό θρίλερ : Άσχετα με όσα λέμε, σκεφτόμαστε και γράφουμε για «κλέφτες» και «λαμόγια» και γιγαντιαίες κομπίνες που αφαιμάξανε την αγορά και δημιούργησαν νέες, ιδιωτικές, μυθικές περιουσίες, η ουσία παραμένει: Και έτσι να είναι (που δεν έχουμε καμία απόδειξη στα χέρια μας, εμείς «οι πολλοί» τουλάχιστον), δεν βοηθάει σε τίποτα να το επαναλαμβάνουμε, να εξοργιζόμαστε, να κραυγάζουμε, να απειλούμε θεούς και δαίμονες και να αλληλοβριζόμαστε αγριεμένοι . Τι σημασία έχει αν έφταιγε ο άλλος οδηγός και, ενώ εσύ δεν έφταιγες, ήρθε και έπεσε πάνω σου με χίλια με την αυτοκινητάρα του – και τώρα εσύ παλεύεις να επιζήσεις ενώ εκείνος έχει διαφύγει και δεν πρόκειται ποτέ να τον εντοπίσεις; Σ’ αυτές τις περιπτώσεις, σας το λέω γιατί έχω κάνει και τρίμηνα στον Ευαγγελισμό ετοιμοθάνατος (με παρεντερικές και εβδομάδες στην εντατική, σίγουρα «ξεγραμμένος») και εξάμηνο στον «σκληρό» Κορυδαλλό εντελώς άδικα προφυλακισμένος, ο θυμός, οι εκδικητικές τάσεις, οι  «πίκρες» και τα «σαράκια», μόνο να σε αποτελειώσουνε μπορούνε. Όταν φτάνει κανείς στην κατάσταση που βρίσκεται τώρα πια η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να κοιτάξει πίσω ούτε για ένα δευτερόλεπτο. Δεν έχει περιθώρια ούτε για γκρίνιες ούτε, βέβαια, για συζητήσεις περί καταμερισμού ευθυνών. Όλες οι δυνάμεις που διαθέτει πρέπει να είναι προσηλωμένες σε έναν και μόνο στόχο: Πως θα σωθώ. Πως θα το σώσω. Πως θα μου δοθεί η ευκαιρία να ξανασταθώ όρθιος και να προχωρήσω  -έστω με μικρά προσεκτικά βήματα στην αρχή, υποβασταζόμενος, καταπίνοντας ξανά, μικρές έστω, μπουκιές φυσικής τροφής, ανακτώντας και πάλι, με άσκηση, προσπάθεια, υπομονή, επιμονή και στοχοπροσήλωση τις δυνάμεις μου.

Γι’ αυτό, για να μην χάνουμε χρόνο και δυνάμεις, αυτές τις μέρες (και για όσο χρόνο χρειαστεί μέχρι να κριθεί η τελική έκβαση του αγώνα), πρέπει όλοι να καταλάβουμε ότι βρισκόμαστε σε κατάσταση πολέμου και ότι τα στρατόπεδα είναι σαφώς δύο: Αυτό που, με κάθε θυσία, θέλει να παραμείνει η χώρα στην ζώνη του ευρώ και να ακολουθήσει την τύχη του (όποια κι αν θα είναι αυτή, με όλα της τα προβλήματα) και το άλλο που, είτε από άγνοια και αφέλεια, είτε λόγω τεραστίων οικονομικών (αλλά και «εξουσιαστικών») συμφερόντων, παλεύει με νύχια και με δόντια, υπόγεια και ύπουλα, με χτυπήματα κάτω από τη ζώνη (αλλά και φανερά) να «επιστρέψουμε στη δραχμούλα μας και να κάνουμε το κουμάντο μας». Αυτές οι δύο θέσεις, για να είμαστε σαφείς, είναι σε εμπόλεμο κατάσταση σήμερα στην πατρίδα μας – και από την έκβαση αυτού του πολέμου θα διαμορφωθεί –αποφασιστικά-  το μέλλον μας.

Κρίνεται το αν θα παραμείνουμε οικειοθελώς δεμένοι στο άρμα του υγιούς εκείνου μέρους της ανθρωπότητας που διαμόρφωσε αυτό που λέμε «σύγχρονο πολιτισμό» (με όλα τα καλά και τα στραβά του) και θέλει να προχωρήσει μπροστά στην έρευνα, την επιστήμη, την δημιουργία νέων θέσεων εργασίας, την μόρφωση, τις νέες κατακτήσεις στην υγεία και την κοινωνική πρόνοια, στις νέες μορφές ενέργειας – προσπαθώντας συγχρόνως να αποκαταστήσει τις τεράστιες ζημιές που προκάλεσε και προκαλεί μέσα στην ιλιγγιώδη εξέλιξή του τις τελευταίες δεκαετίες. Αυτό είναι το στρατόπεδο του ευρώ – και όποιος έχει χρόνο να χάσει ας σημειώσει εδώ όλα τα λάθη και τα στραβά αυτής της επιλογής, αφού όμως έχει αποφασίσει πως δεν θέλει να επιστρέψει στην δραχμή. Σ’ αυτό το «στρατόπεδο» καταγράφομαι και εγώ.

Απέναντί μας έχουμε αυτούς που ονειρεύονται την «επιστροφή στη δραχμή» είτε γιατί νοσταλγούν θερινούς κινηματογράφους με σάμαλι-παστέλι-κοκ, αγιόκλημα και γιασεμιά (λόγω βλακείας δηλαδή), είτε γιατί έχουν πολύ ισχυρά συμφέροντα: Θα είναι οι θριαμβευτές και απόλυτοι άρχοντες μιας Ελλάδας απομονωμένης και πάμφτωχης, μιας Ελλάδας που θα είναι εμπόρευμα δικό τους αγορασμένο με δισεκατομμύρια ευρώ και δολάρια τα οποία περιμένουν να εφορμήσουν – καλά καβατζωμένα σε χώρες, εταιρείες, λογαριασμούς και θυρίδες οι οποίες ούτε να φανταστούμε καν δεν μπορούμε που βρίσκονται – οπότε καλύτερα ας μην το σκεφτόμαστε αυτό το ενδεχόμενο. Είναι χειρότερο από Χούντα, είναι χειρότερο ακόμα και από Κατοχή της χώρας από ξένα στρατεύματα  -γιατί τα στρατεύματα τα βλέπεις και τα πολεμάς και, κάποτε, αργά ή γρήγορα, τα ξεφορτώνεσαι.

Η δραχμή θα γονατίσει εντελώς το 90% του πληθυσμού και θα το εξαθλιώσει σε βαθμό πραγματικής απελπισίας. Γι ’αυτό πρέπει, μας αρέσει δεν μας αρέσει, να συνειδητοποιήσουμε το γρηγορότερο όλοι ότι  για να μείνουμε στο Ευρωπαϊκό στρατόπεδο και να μην περάσουμε στον τρίτο κόσμο σαν το φτωχό γειτονάκι της «Μεγάλης Τουρκίας», έχουμε μπροστά μας πάρα πολλή δουλειά, με πολύ μεγάλες θυσίες και στερήσεις, μεγάλο ξεβόλεμα, σκληρή καθημερινή άσκηση στο «λίγο» που θα μπορέσει να μας οδηγήσει κάποια στιγμή, εγώ πιστεύω σύντομα αν το αποφασίσουμε δυναμικά, ξανά στο «αρκετό» και στο, ξανακερδισμένο πια, «υπεραρκετό» που γευτήκαμε για μια εικοσαετία, είτε βάσει υπολογισμών που κάποιοι έκαναν τρείς-τέσσερις δεκαετίες πριν ή, δεν το αποκλείω, και εντελώς «κατά λάθος», από την κεκτημένη ταχύτητα που είχαν αναπτύξει οι νέο-φιλελεύθερες οικονομίες που «όλα τα επιτρέπανε», χωρίς να προϋπολογίζουν τι θα μπορούσε να κοστίσει μια «στραβή» - σαν αυτή που συνέβη – στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα.

Πάρτε θέσεις λοιπόν, μην λουφάρετε, πόλεμο έχουμε: Ευρώ ή «δραχμούλα»;

ένα άρθρο των πρωταγωνιστών