Θέλει γερό στομάχι, ν’ αλλάξεις – έστω και τόσο δα – τον κόσμο…


..

Κακά τα ψέμματα. Θέλει στομάχι για ν’ αλλάξεις – έστω και τόσο δα – τον κόσμο. Από το «Ωσαννά» στο «Σταύρωσον» ένα τσιγάρο δρόμος είναι. Κανείς όμως δεν είπε ότι θα είναι όλα εύκολα. Κι αν κάποτε επιτρέψαμε έστω και να το φανταστούν κάποιοι, κακώς.

Ας δούμε για λίγο – ως ένα διάλειμμα από το «θρίλερ» της διαπραγμάτευσης – τι κάναμε μέχρι σήμερα. Είναι σημαντικό να θυμάσαι ποιος είσαι και πού βρίσκεσαι, πριν αποφασίσεις πού θέλεις να πας.
Για πρώτη φορά μια κυβέρνηση – που δεν την «κρατούσαν» από πουθενά, τα ονόματα των στελεχών της δεν πειρλαμβάνονταν ούτε στο μπλοκάκι του Χριστοφοράκου, ούτε στη λίστα Λαγκάρντ – τόλμησε να διαπραγματευτεί σοβαρά. Μίλησε για την ανθρωπιστική κρίση, για την υφεσιακή καταστροφή. Γι’ αυτό και επέμεναν ορισμένοι ότι δήθεν δεν έχει προτάσεις. Γιατί στις προτάσεις της, πέρα και πάνω από τους αριθμούς έμπαινε και η κοινωνική πραγματικότητα. Γιατί οι προτάσεις της πήγαιναν πέρα από την απλή αριθμητική : «τρεις το λάδι, δυο το ξύδι». Γιατί οι προτάσεις της μπήκαν στην καρδιά του προβλήματος : το χρέος δεν «βγαίνει», το φάρμακο της τελευταίας πενταετίας ήταν θανατηφόρο.
Για πρώτη φορά μια κυβέρνηση αξίωσε εθνική ανεξαρτησία και λαϊκή κυριαρχία. Ένας πρωθυπουργός στάθηκε ενώπιον του ευρωκοινοβουλίου – του μοναδικού, για να μην ξεχνιόμαστε, ευρωπαϊκού θεσμού με δημοκρατική νομιμοποίηση – και μίλησε για το ρόλο των ευρωπαϊκών θεσμών και οργάνων, για τη δημοκρατία, για τις ευρωπαϊκές κοινωνίες, για τη συνταγή της λιτότητας που αλλού ακαριαία, αλλού πιο αργά, σκοτώνει ολόκληρη την ευρωπαϊκή ήπειρο. Ένας πρωθυπουργός που υπενθύμισε λέξεις που είχαν εξοστρακιστεί από την ευρωπαϊκή τεχνοκρατική αργκό : αλληλεγγύη, ισοτιμία. Ένας πρωθυπουργός που υπενθύμισε ότι στην ταπεινωμένη με τα όπλα σε δύο παγκοσμίους πολέμους Γερμανία δόθηκε η δυνατότητα να ανασάνει, να σταθεί στα πόδια της. Ότι το γερμανικό οικονομικό «θαύμα» είναι και δικό μας. Είναι όλων εκείνων των χωρών που – αν και ανήκαν στους νικητές, με βαρύ φόρο αίματος και υλικών καταστροφών – «χάρισαν» στη Γερμανία το μεγαλύτερο μέρος του χρέους της. Είναι όλων εκείνων των χωρών που τόσα χρόνια, στο πλαίσιο της νομισματικής και (ατελώς) οικονομικής ένωσης, τροφοδοτούσαν με τα δικά τους ελλείμματα τα πλεονάσματα της Γερμανίας και την κραταιά οικονομία της.
Για πρώτη φορά μια κυβέρνηση αναζήτησε δραστήρια και ενεργητικά, μέσα σε ελάχιστο χρόνο, διεθνή ερείσματα μέσα και έξω από την Ευρώπη, αναπτύσσοντας μία εντυπωσιακή διπλωματική κινητικότητα. Προσπάθησε να κάνει τη γεωστρατηγική θέση της χώρας πλεονέκτημα, να μιλήσει με όλους, να αποκομίσει όσα μπορούσε σε οικονομικό και πολιτικό επίπεδο, να χτίσει γέφυρες και διαύλους επικοινωνίας, να δημιουργήσει συμμαχίες, έστω στα επιμέρους, να κάνει πράξη την περιβόητη «πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική».
Για πρώτη φορά, μετά από αμέτρητα χρόνια, μια κυβέρνηση παρήγαγε πλούσιο νομοθετικό και διοικητικό έργο, με τα μάτια της στραμμένα στις ανάγκες των πολλών. Για να σταματήσει η πείνα και η εξαθλίωση, για να μπουν χρήματα με ευνοϊκούς όρους στα δημόσια ταμεία, για να στηριχθεί η πλουραλιστική ενημέρωση και ο πολιτισμός, για να αποκατασταθούν αδικίες, για να επανέλθει η δημοκρατική και δικαιοκρατική αρχή στη διοίκηση και στη δικαιοσύνη, για να ενισχυθούν τα δικαιώματα των πολιτών, για να αναμορφωθεί το εκπαιδευτικό σύστημα, για να στηριχθούν οι αδύναμοι.
Απέδειξε έτσι, δια της αντίστιξης και μεσούσης ακόμα της σκληρής διαπραγμάτευσης, ότι το μνημόνιο για κάποιους δεν ήταν απλώς «αναγκαίο κακό». Η λιτότητα, οι απολύσεις, η αυξανόμενη συγκέντρωση του πλούτου στα χέρια λίγων, η εργασιακή ζούγκλα, ο αυταρχισμός ανήκαν στον πυρήνα της ιδεολογίας και του προγράμματος των προηγούμενων. Γι’ αυτό και δεν έκαναν απολύτως τίποτα ώστε να ανοίγουν έστω και μικρές χαραμάδες ανάσας για τους πολίτες.
Για πρώτη φορά μια κυβέρνηση τόλμησε να μιλήσει ανοιχτά για το λόμπυ της διαπλοκής και της διαφθοράς, να πει ονόματα και διευθύνσεις, να ζητήσει επιτέλους να πληρώσουν οι πραγματικά έχοντες, όσοι εκμεταλλεύονται δημόσια αγαθά, όπως οι ραδιοτηλεοπτικές συχνότητες, να λογοδοτήσουν όσοι απομυζούσαν δημόσιους πόρους. Γι’ αυτό και πολεμήθηκε λυσσαλέα, όσο ποτέ καμία άλλη κυβέρνηση.
Για πρώτη, τέλος, φορά μια κυβέρνηση απέδειξε ότι όχι μόνο δεν φοβάται το λαό, αλλά τον θέλει δίπλα της, συμμέτοχο και πρωταγωνιστή των αποφάσεων. Γι’ αυτό και στην κρίσιμη στιγμή – όταν κάποιοι φώναζαν ότι «ο λαός δεν είναι ώριμος για να παίρνει αποφάσεις» – η κυβέρνηση εμπιστεύτηκε το αλάνθαστο κριτήριό του. Και δικαιώθηκε γι’ αυτό, αφού – ακόμα κι όταν ένα από τα πιο τρομακτικά σενάρια των τελευταίων χρόνων, οι κλειστές τράπεζες, είχε γίνει πραγματικότητα – ο ελληνικός λαός, κόντρα σε όλα τα προγνωστικά, της ανταπέδωσε την εμπιστοσύνη με τον πλέον ηχηρό τρόπο.
Και τώρα;
Τώρα βρισκόμαστε μπροστά στην πρώτη δύσκολη ανηφόρα της διαδρομής. Το παιχνίδι που παίζεται ξεπερνάει κατά πολύ το ΣΥΡΙΖΑ, ακόμα και την ίδια την Ελλάδα. Η προσπάθεια της ελληνικής κυβέρνησης το προηγούμενο διάστημα λειτούργησε ως καταλύτης, που επιτάχυνε διεργασίες που εξελίσσονταν υπόγεια, αν και όχι πάντοτε αθόρυβα, επί μακρόν.
Ό,τι και να γίνει τις επόμενες μέρες και ώρες σε σχέση με την Ελλάδα, το καπάκι της χύτρας σηκώθηκε. Οι αντιθέσεις μέσα στην Ευρώπη, αλλά και ευρύτερα, τα όρια του σημερινού ευρωπαϊκού οικοδομήματος έχουν φανεί. Όπως και η γύμνια πολλών από τους πολιτικούς ηγέτες της γηραιάς ηπείρου, που σέβονται τις «δημοκρατικές ευαισθησίες» ενός μικρού ακροδεξιού ευρωσκεπτικιστικού κόμματος της Φινλανδίας, όχι όμως και τη δημοκρατικά εκλεγμένη κυβέρνηση της Ελλάδας.
Αναμφίβολα, όλες οι υπαρκτές λύσεις για την Ελλάδα θα είναι επώδυνες και πολύ μακριά από το πρόγραμμα και την ιδεολογία της Αριστεράς. Τα ερωτήματα όμως είναι δύο :
Πρώτον, θέλουμε να είμαστε παρόντες στη συζήτηση που αναπόφευκτα θα ξεκινήσει για την «επόμενη μέρα» στην Ευρώπη;
Το να τους αφήσουμε να μας πετάξουν «σαν την τρίχα απ’ το ζυμάρι», θα ήταν ευχής έργο για όλες τις αντιδραστικές, ακραίες δυνάμεις της Ευρώπης. Η προοπτική μιας άλλης, κοινωνικά δίκαιης και δημοκρατικής εθνικής και ευρωπαϊκής διακυβέρνησης, θα αποδεικνύονταν – ευτυχώς για εκείνους – μία σύντομη παρένθεση, ένα στιγμιαίο λάθος, από το οποίο η υπόλοιπη Ευρώπη θα έχει «σωθεί».
Ήδη, ο ΣΥΡΙΖΑ και ο Αλέξης Τσίπρας έχει γίνει «το φάντασμα που πλανιέται πάνω από την Ευρώπη». Είμαστε η φωνή, το πρόσωπο όλων εκείνων των Ευρωπαίων πολιτών που δεν βολεύονται σε μια γερμανική, ακραία νεοφιλελεύθερη, αυταρχική Ευρώπη. Γι’ αυτό και όσο περνούν οι μέρες αποδεικνύεται ότι δεν μας θέλουν και θα κάνουν ό,τι περνάει από το χέρι τους γι’ αυτό.
Και δεύτερον, πιστεύουμε ότι η δική μας διακυβέρνηση θα είναι – έστω σε ένα σημείο – καλύτερη από την επαναφορά στη συγκυβέρνηση ΝΔ, ΠΑΣΟΚ και Ποταμιού;
Αν η ιστορία της παγκόσμιας Αριστεράς χαρακτηρίζεται ως μια διαρκής μάχη για τη βελτίωση των όρων ζωής των εργαζόμενων τάξεων, του λαού, τότε οφείλουμε να απαντήσουμε σ’ αυτή την ερώτηση. Με δεδομένο το αρνητικό πλαίσιο που προδιαγράφει η όποια συμφωνία, με δεδομένο τον αρνητικό συσχετισμό δυνάμεων, αλλά και με δεδομένη την πανθομολογούμενη καταστροφή που θα σημάνει μία άτακτη χρεωκοπία, υπάρχουν έστω ένα-δυο πράγματα που θα κάνει μια κυβέρνηση της Αριστεράς, τα οποία θα ματαίωνε μία αντιδραστική αναδίπλωση;
Νομίζω πως και στα δύο ερωτήματα προσήκει θετική απάντηση.
Ναι, πρέπει να είναι παρούσα η Αριστερά, η δική μας Αριστερά που ενέπνευσε τα κινήματα και τους πολίτες σε όλο τον κόσμο, στην «επόμενη μέρα» της Ευρώπης. Το ρήγμα που εμείς δημιουργήσαμε, τα θέματα που εμείς φέραμε στην επιφάνεια, πρέπει να είμαστε παρόντες για να τα συντηρήσουμε, να τα αναδείξουμε. Αν η ανάλυσή μας ότι η κρίση, όπως και η αντιμετώπισή της, δεν είναι ελληνικό, αλλά ευρωπαϊκό πρόβλημα, ήταν σωστή – που ήταν – τότε πρέπει να παραμείνουμε όχι απλώς μέρος, αλλά πρωταγωνιστές των εξελίξεων που η δική μας στάση πυροδότησε. Πρέπει να απαιτήσουμε να είμαστε μέρος της συνολικής διευθέτησης που αργά ή γρήγορα θα γίνει για ολόκληρη την Ευρώπη. Πρέπει να επιμείνουμε να χτυπάμε τη λιτότητα στην καρδιά της : στις Βρυξέλλες και το Βερολίνο.
Ναι, ακόμα και με το στενό και ξένο για μας «κουστούμι» που οπωσδήποτε θα συνεπάγεται μια νέα συμφωνία, υπάρχουν πάντα περιθώρια να κάνουμε πράγματα, να αναδείξουμε το διαφορετικό, το νέο, να παλέψουμε ώστε αυτή τη φορά να πληρώσουν το «μπουγιουρντί» οι πλούσιοι. Αν κάποιος μπορεί να τα καταφέρει, τότε δεν είναι άλλος από μας.
Με τρεις όμως εκ των ων ουκ άνευ προϋποθέσεις :
Πρώτον, να πούμε την αλήθεια και να μην ξεχάσουμε ποτέ το στόχο μας.Η αλήθεια είναι ότι κάνουμε μια τακτική υποχώρηση. Δεν είμαστε ευχαριστημένοι, δεν είναι αυτό το όραμά μας για τη χώρα μας και το λαό μας. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι μια αναμέτρηση Ελλάδας εναντίον Ευρώπης, αλλά μια διαρκής μάχη του κόσμου της εργασίας. Κι εμείς θα παραμείνουμε πάντα μεροληπτικοί υπέρ του. Πράγμα που θα πρέπει να αποδεικνύουμε κάθε μέρα με πράξεις, έστω μικρές, αντί για μεγάλα λόγια. Και σιγά-σιγά, να κερδίζουμε τον κόσμο αυτό στην υπόθεση της διεκδίκησης, με τις δικές του δυνάμεις. Μόνο έτσι θα μπορέσουμε να κάνουμε το επόμενο κι έπειτα και το επόμενο βήμα.
Δεύτερον, δουλειά, δουλειά, δουλειά. Χωρίς καθυστερήσεις, χωρίς δικαιολογίες, χωρίς δισταγμούς και παλινωδίες. Αν – συλλογικά – αποφασίσουμε ότι αντέχουμε και πρέπει να μείνουμε στη διακυβέρνηση, είμαστε καταδικασμένοι να τα καταφέρουμε. Πρέπει να βρούμε τους ανθρώπους εκείνους που θα έχουν τη γνώση και τη βούληση να τα καταφέρουν. Να εισπράξουμε αποτελεσματικά τους φόρους, για να μη χρειαστεί να επιβάλλουμε νέους. Να αλλάξουμε και να στηρίξουμε τη δημόσια διοίκηση, για να μη βρίσκουν επιχειρήματα όσοι ονειρεύονται «λιγότερο κράτος». Να σχεδιάσουμε την επόμενη μέρα, την παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας με τους δικούς μας όρους, όχι με το στρεβλό και αδιέξοδο μοντέλο των προηγούμενων. Ούτε μια ώρα χαμένη.
Και τρίτον, ήθος. Αν υπάρχει ένα στοιχείο το οποίο κανείς δεν μπορεί να μας στερήσει, εκτός βέβαια από εμάς τους ίδιους, είναι το ηθικό μας πλεονέκτημα. Μηδενική ανοχή, λοιπόν, σε κάθε φαινόμενο ιδιοτέλειας στους κόλπους της κυβέρνησης και του κόμματος. Και απαλλαγή μας από κάθε είδους «βαρίδια», κατάλοιπα του παλιού πολιτικού κόσμου, που ως γνήσια παράσιτα έσπευσαν και θα σπεύσουν να πιαστούν από τη νέα κυβέρνηση.
Δεν υπάρχει πιο λάθος απόψη από το ότι η Αριστερά δεν ξέρει να κυβερνάει και χρειάζεται «τεχνοκράτες», ανθρώπους που μιλάνε την «ίδια γλώσσα» με το σύστημα. Αν υπάρχει ένας λόγος για τον οποίο καταφέραμε να φτάσουμε μέχρι εδώ και για τον οποίο, με όλες τις δυσκολίες, η ελληνική κοινωνία συνεχίζει να στηρίζει τις ελπίδες της σε μας, είναι ακριβώς γιατί δεν μιλάμε την «ίδια γλώσσα» με το σύστημα, γιατί είμαστε «από άλλο ανέκδοτο».
Όσο για τεχνογνωσία, έχουμε αρκετή. Δόξα τω Θεώ, η γνώση βρισκόταν πάντα στον πυρήνα του ενδιαφέροντος της Αριστεράς, γι’ αυτό και γενιές ολόκληρες αριστερών «επένδυσαν» σ’ αυτή, πολύ πριν γίνει «μόδα». Ας μην ξεχνάμε ότι το πιο «μορφωμένο» τόσο σε επίπεδο στελεχών και μελών, όσο και σε επίπεδο ψηφοφόρων, κόμμα στην Ελλάδα ήταν και παραμένει ο ΣΥΡΙΖΑ. Το λένε και οι (τεχνοκρατικές) στατιστικές…
Αν λοιπόν κρίνουμε ότι αξίζει τον κόπο, δεν υπάρχει άλλος δρόμος, παρά υπομονή κι επιμονή. Και γερό στομάχι. Κι αν θα νικήσουμε, «θα φανεί στο χειροκρότημα«.
https://danaikoltsida.wordpress.com